Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Τα Κόκκινα Φανάρια (1963) του Βασίλη Γεωργιάδη


Στο μπαρ της «Φρύνης» στην Τρούμπα -που το διεθύνει η πατρώνα Μαντάμ Παρί και ο σκληρός σύντροφός της Μιχαήλος- ζουν τέσσερις γυναίκες, η καθεμιά με τη δική της προσωπική ιστορία. Αδιέξοδοι έρωτες, μυστικά και πάθη θα αποκτήσουν την πραγματική τους διάσταση, όταν ο νόμος θα επιβάλλει το κλείσιμο των «σπιτιών» και ο δρόμος με τα κόκκινα φανάρια και τα καμπαρέ θ’ αδειάσει.
Αν και μελόδραμα κλασικού τύπου, η ταινία του Γεωργιάδη θεωρείται ένα χαρακτηριστικό επίκαιρο της μετεμφυλιακής Ελλάδας. Μιας ανατολίτικης χώρας, πλήρως ρημαγμένης, χωρίς υποδομές αλλά με όνειρα. Ένα κράτος σαθρό, με βλέψεις ευρωπαϊσμού και σχέσεις εξάρτησης με την Αμερική (πόσο πιο γλαφυρά μπορεί ν’ αποτυπωθεί αυτή η σχέση αν όχι με την αθρόα εισροή Αμερικανών ναυτών στη ζωή της Τρούμπας;).
Η ιστορία της ταινίας, που διανθίστηκε με το απαραίτητο εθνικό φολκλόρ, περιπλέκει τις ιστορίες των ιερόδουλων ενός καμπαρέ-οίκου ανοχής της Τρούμπας. Και ενώ όλων οι ιστορίες καταλήγουν στο δράμα, το αδιέξοδο, την απόγνωση, την τρέλα, υπάρχει και το χάπι εντ, το νοσταλγικό, το ελπιδοφόρο.
Τα ''Κόκκινα φανάρια", κατά πολλούς ταινία-σταθμός στον ελληνικό κινηματογράφο, απέσπασε καλές κριτικές, έκοψε χιλιάδες εισιτήρια, τιμήθηκε ένθεν κακείθεν, προβλήθηκε στο διαγωνιστικό τμήμα του Φεστιβάλ των Καννών και έφτασε μέχρι την πεντάδα των Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας. Ήταν στην εποχή, που το ελληνικό σινεμά ήταν εμπορικό και έφτανε μέχρι την Αμερική, άγγιζε την Ακαδημία.
Πάντως, τα «Κόκκινα φανάρια» ήταν μια μεγάλη παραγωγή. Με την άρτια, ζωντανή φωτογραφία του Νίκου Γαρδέλη, τη σπαρακτική, εξαίσια μουσική του Σταύρου Ξαρχάκου (και τις παρουσίες των Μπηθικώτση, Ζαμπέτα) και ένα σωρό πολύ σημαντικούς ηθοποιούς. Οι Φούντας, Κατράκης, Παπαμιχαήλ, Γεωργίτσης, Χρονοπούλου, Καρέζη, Λαδικού, Χέλμη, Ανουσάκη, Διαμαντίδου, Περγιάλης, συμμετείχαν με τις ερμηνείες τους σε μια ταινία, που στα σίγουρα έχει στιγματίσει το ντόπιο σινεμά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου