Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2016

Danton (1983) του Αντρέι Βάιντα



Συντελεστές: Αντρέι Βάιντα (Σεναριογράφος), Ζαν-Κλοντ Καριέρ (Σεναριογράφος), Στανισλάβα Πριμπιζέφσκα (Συγγραφέας), Ιγκόρ Λούτερ (Διεύθυνση Φωτογραφίας), Γιάννης Προδρομίδης (Μουσική), Ζεράρ Ντεπαρντιέ (Ηθοποιός), Βόιτσεχ Πσζόνιακ (Ηθοποιός), Πατρίς Σερό (Ηθοποιός), Ροζέ Πλανσόν (Ηθοποιός), Αντρέι Σεβερίν (Ηθοποιός), Άντζελα Βίνκλερ (Ηθοποιός), Ζακ Βιλερέ (Ηθοποιός)

Τέλος φόρμας
To 1981, ο Αντρέι Βάιντα είναι 55 ετών. Δυο χρόνια πριν είχε εκλεγεί πρόεδρος της Ένωσης των Πολωνών κινηματογραφιστών. Είναι ένας κορυφαίος δημιουργός με παγκόσμια ακτινοβολία. Διαπρέπει τόσο στις ιστορικές αναπλάσεις, τις αντιστασιακές και νεορεαλιστικές αναφορές όσο και στις μπαρόκ εποποιίες, τις ρομαντικές και λυρικές διασκευές κλασικών έργων της πολωνικής λογοτεχνίας. Το 1976, εκτίθεται στο κομουνιστικό καθεστώς - τότε σε μια φάση φιλελευθεροποίησης - με τον Άνθρωπο από μάρμαρο, επιβλητική και σύνθετη τοιχογραφία που αμφισβητούσε τον σταλινικό «σοσιαλιστή ήρωα» της βιομηχανοποίησης του ‘50 επιχειρώντας ταυτόχρονα να αξιολογήσει τις αναβιώσεις ανάλογων χειραγωγήσεων (με διαφορετικές όμως μεθοδεύσεις) στη Πολωνία του ’70.
Το 1980, η χώρα είναι ένα καζάνι που βράζει. Δημιουργείται στο Γκντανσκ, μετά την μεγάλη απεργία των ναυπηγείων, το πρώτο ελεύθερο συνδικάτο, «Αλληλεγγύη», με ηγέτη τον Λεχ Βαλέσα. Το 1981, ο Βάιντα με συνοπτικές διαδικασίες ξεκινάει στα ναυπηγεία του Γκντανσκ το γύρισμα της συνέχειας του Ανθρώπου από μάρμαρο, τον Άνθρωπο από σίδηρο που παραμένει μια συναρπαστική μαρτυρία πάνω στα γεγονότα μιας εποχής. Το φιλμ βραβεύτηκε με το Χρυσό Φοίνικα στις Κάνες το 1981 και γνώρισε τεράστια εμπορική επιτυχία στην Πολωνία. Το Δεκέμβρη της ίδιας χρονιάς ο στρατηγός Γιαρουζέλσκι κηρύσσει στρατιωτικό νόμο με αναστολή όλων των ελευθεριών, απαγόρευση απεργιών και χιλιάδες συλλήψεις. Η «ομαλοποίηση» που ακολούθησε κράτησε μερικά χρόνια, αλλά από το 1985 χαλάρωσε κάπως λόγω της σταδιακής επικράτησης του πνεύματος της Περεστρόικα στο σοβιετικό μπλοκ και της οξύτατης οικονομικής κρίσης που μάστιζε τη χώρα μέχρι την πτώση του τείχους. Μέσα σ’ αυτή την ιδιαίτερα φορτισμένη και δραματική ατμόσφαιρα του 1981, ο Βάιντα βάζει μπρος το Δαντών. Στηρίζεται στο θεατρικό έργο της πολωνέζας Στανισλάβα Πριμπιζέφσκα γραμμένο στη δεκαετία του ’20 που είχε ήδη ανεβάσει στο θέατρο και που τον γοήτευε λόγω της μοντέρνας ανάπτυξης της ιστορικής αντιπαράθεσης Δαντών-Ροβεσπιέρος στη Γαλλική επανάσταση. Η ταινία είχε ξεκινήσει ως γαλλο-πολωνική συμπαραγωγή. Όμως με τα νέα μέτρα της πολωνικής κυβέρνησης, η συμμετοχή της Πολωνίας περιορίστηκε σημαντικά και καθώς ήταν αδύνατον να γυριστούν σκηνές πλήθους με άφθονους κομπάρσους στη Κρακοβία, η ταινία τελικά γυρίστηκε στη Γαλλία με γάλλους και πολωνούς ηθοποιούς. Οι σχέσεις ατόμου-Ιστορίας ή πιο σωστά του ατόμου κόντρα στην Ιστορία επανέρχεται συχνά ως μοτίβο στο έργο του Βάιντα, είτε πρόκειται για τους ιππείς του Λότνα που επιτίθενται στα ναζιστικά τανκς με κοντάρια, είτε για τους αντιστασιακούς του Κανάλ που καταφεύγουν στους υπονόμους, είτε όταν ο Σιμπούλσκι στο Στάχτες και διαμάντια αρνείται να πυροβολήσει καταρχήν αλλά στη συνέχεια εξαναγκάζεται είτε τέλος για τον πρότυπο στακανοβιστή Μπίρκουτ στον Άνθρωπο από μάρμαρο που κλωτσάει εν τέλει κάθε συμβιβασμό με το πεπρωμένο του. Στο Δαντών συγκρούονται δυο απόψεις για την Επανάσταση. Το σενάριο του Ζαν Κλοντ Καριέρ, μετά από πολλές συζητήσεις με ειδικούς και ιστορικούς, αποκλίνει σημαντικά από το θεατρικό στο οποίο βασίζεται. Κατέληξε να ρίξει εντελώς διαφορετικό φως πάνω στην επίμαχη προσωπικότητα του Δαντών. Στο θεατρικό παρουσιάζεται ως δημαγωγός δολοπλόκος και διεφθαρμένος, εδώ είναι ο φρόνιμος μετριοπαθής που θέλει να σταματήσει τη σφαγή. Βρισκόμαστε το 1794, η Επανάσταση βρίσκεται σε κρίσιμη καμπή: εσωτερικές ιδεολογικές συγκρούσεις των φατριών, φτώχεια και δυσαρέσκεια του λαού, πολεμική απειλή στα σύνορα, ξεσηκωμός των φιλοβασιλικών στη νοτιοδυτική Γαλλία. Ο Ροβεσπιέρος επιμένει ότι η Επανάσταση έχει ξεστρατίσει επικίνδυνα και κηρύσσει την Τρομοκρατία στο όνομα της Γαλλίας. Ο Δαντών αντίθετα τάσσεται υπέρ της πολιτικής ειρήνης και κατά της Τρομοκρατίας. Η αντίθεσή τους δεν εκφράζεται μόνο στο επίπεδο των ιδεών αλλά και στην ψυχολογία τους, στην καθημερινή συμπεριφορά τους και εμφάνιση: ο Δαντών, ιδιαίτερα δημοφιλής ρήτορα, θυμικός, γήινος και αμοραλιστής, ο Ροβεσπιέρος, ιδεαλιστής, ψυχρός και αδιάφθορος. Ο Βάιντα στήνει την αντιπαράθεσή τους σαν σεξπιρική τραγωδία με έμφαση στη στημένη δίκη που μηχανορραφεί ο Ροβεσπιέρος πριν τον στείλει στην γκιλοτίνα μαζί με τους φίλους του. Ο λαός θα μείνει απαθής στην καταδίκη του, όμως την ίδια στάση θα κρατήσει κι όταν ο Ροβεσπιέρος θα έχει την ίδια τύχη με τον Δαντών τρεις μήνες αργότερα. Ο δημιουργός δεν ενδιαφέρεται να αποδώσει την ιστορική αλήθεια (η ταινία περιέχει μάλιστα μερικές ιστορικές ανακρίβειες) ούτε να πέσει στην παγίδα της μεγαλοπρεπούς αναπαράστασης ταινίας εποχής, αλλά να στοιχειοθετήσει μια άποψη για το νόημα της Ιστορίας και ιδιαίτερα για την ειρωνεία της. «Ο Δαντών επικαλείται πάντα τον γαλλικό λαό, ενώ ο Ροβεσπιέρος απευθύνεται προς τη Γαλλία ως έθνος. Έχει ενδιαφέρον να δούμε για ποιο λόγο αυτός που επικαλείται τον γαλλικό λαό δεν βρίσκει την υποστήριξή του την πιο κρίσιμη στιγμή, ενώ αυτός που απευθύνεται προς το έθνος είναι ο νικητής», σημειώνει ο Αντρέι Βάιντα. Και κατά προέκταση: γιατί η Επανάσταση καταπίνει τα παιδιά της και γιατί η Εξουσία είναι πάντα απόλυτη, άσπλαχνη και δογματική. Πολλοί κριτικοί, όταν πρωτοπροβλήθηκε η ταινία, παρομοίασαν τον «συμπαθητικό» Δαντών με τον Βαλέσα ενώ ο ανορεκτικός, εξουσιομανής και μοχθηρός Ροβεσπιέρος παρέπεμπε αναπόφευκτα στον Γιαρουζέλσκι. Όσο και αν ο Βάιντα αρνήθηκε αυτούς τους εύκολους συσχετισμούς, δεν τους απέρριψε κιόλας. Δήλωνε επίσης ότι δεν θα είχε γυρίσει την ταινία αν δεν είχε εξασφαλίσει τη συμμετοχή του Ζεράρ Ντεπαρντιέ. Χειμαρρώδης και ορμητικός, σαν να ξεχειλίζει η σεξουαλική ενέργεια από μέσα του και πανέτοιμος για κάθε ενδεχόμενο, ο Ντεπαρντιέ ενσαρκώνει ιδανικά τον Δαντών. Δίπλα του οι Βόιτσεκ Πσόνιακ, Πατρις Σερο, Ροζέ Πλανσόν στέκονται άψογα. Η ταινία βραβεύτηκε με το Βραβείο Λουί Ντελίκ 1983 και κέρδισε και το Σεζάρ σκηνοθεσίας την ίδια χρονιά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου