Παρασκευή, 28 Οκτωβρίου 2016

Θάνατος στη Βενετία / Morte a Venezia (1971) του Luchino Visconti



 Αποτέλεσμα εικόνας για Morte a Venezia (1971)
Σενάριο: Luchino Visconti, Nicola Badalucco, βασ. στην ομότιτλη νουβέλα του Thomas Mann. Φωτογραφία: Pasqualino De Santis.
Μουσική: αποσπάσματα από τις Συμφωνίες αρ. 3 και 5 του Gustav Mahler.
Ηθοποιοί
: Dirk Bogarde, Bjorn Andresen, Silvana Mangano, Romolo Valli. Διάρκεια: 133'. Έγχρωμη.
Iταλία/Γαλλία, 1971.
Bραβεία: Mεγάλο Eιδικό Bραβείο Eικοσιπενταετίας του Φεστιβάλ Kαννών 1971.

1911. Μετά από μια κρίση δημιουργικότητας, ο μουσικός Γκούσταφ φον ’Ασενμπαχ φτάνει στο Λίντο της Βενετίας για να περάσει μόνος του μια περίοδο διακοπών όχι μόνο για να στοχαστεί αλλά και επειδή είναι κουρασμένος και άρρωστος. Στο ξενοδοχείο στο οποίο καταλύει, την προσοχή του προσελκύει μια οικογένεια πολωνών τουριστών και, ιδιαίτερα, ένας πανέμορφος έφηβος, ο Τάτζιο, για τον οποίο νιώθει αμέσως μεγάλη έλξη. Έχοντας σε αντάλλαγμα μιαν αμφίσημη ανταπόκριση, ο Γκούσταφ ακολουθεί με το βλέμμα τον νεαρό στο ξενοδοχείο και στην παραλία, και, αναστατωμένος απ' το πάθος, αποφασίζει να φύγει... 
"Ανέκαθεν με γοήτευε το θέμα της διαφοράς ανάμεσα στις αισθητικές αναζητήσεις και τη ζωή ενός καλλιτέχνη, ανάμεσα στην ύπαρξή του που υπερβαίνει την Iστορία και τη συμμετοχή του σε "ιστορικές", αστικές καταστάσεις."                                  L.V.

Έρωτας και θάνατος στη Βενετία
Όσο υπέρμετρα πυρακτωμένοι ήταν οι «Καταραμένοι»(1969)  τόσο η επόμενη ταινία του Visconti  «Θάνατος στην Βενετία»(1971),  προσαρμογή στην ομώνυμη νουβέλα του 1912, του Thomas Mann, είναι υποτονική, σκοτεινή και πεσιμιστική. Ανέκαθεν γοήτευαν τον Visconti τα θέματα του τελικού απολογισμού της ζωής ενός καλλιτέχνη ,της διαφοράς ανάμεσα στις αισθητικές αναζητήσεις και την πεζή καθημερινότητα , της διαφοράς ανάμεσα στην ύπαρξή  που υπερβαίνει την Iστορία και τη συμμετοχή της  σε "ιστορικές" στιγμές και εν τέλει την διαφορά ανάμεσα στη χιμαιρική αναζήτηση της ομορφιάς και την αδυναμία της κατάκτησης της. Η νουβέλα του Mann πρόσφερε στον Visconti όλα αυτά τα δομικά στοιχεία  και πέρα από την υποδειγματική κινηματογραφική μεταφορά του κλασικού αυτού έργου, καταγράφεται και η συνάντηση του Ιταλού σκηνοθέτη με την μουσική του Γκούσταβ Μάλερ (ακούγονται η 3η και η 5η συμφωνία του)· άλλωστε ο κεντρικός χαρακτήρας βασίζεται στην προσωπικότητα του συνθέτη.
Το φιλμ ακολουθεί τον ηλικιωμένο συνθέτη Gustav von Aschenbach (Dirk Bogarde) καθώς ταξιδεύει στη Βενετία για αναρρωτικές διακοπές , μη γνωρίζοντας  ότι μια  επιδημία πανώλης εξολοθρεύει ένα προς ένα τους παραθεριστές .Ωστόσο  οι αρχές αποκρύπτουν την κατάσταση, επειδή φοβούνται  μην πληγεί ο τουρισμός. Η εικόνα της Βενετίας είναι υγρή και καταθλιπτική : σκουπίδια στοιβαγμένα σε κάθε γωνία  με τον  άνεμο να κουβαλά ταυτόχρονα την αρρώστια και την ομορφιά . Αυτή η θλιβερή Βενετία καθρεφτίζει και την εικόνα του Aschenbach:   καταβεβλημένη, γερασμένη, βασανισμένη .Μέσα σε  αυτήν την  ανησυχητική κατάσταση, ο  συνθέτης αναπτύσσει μια εμμονή για ένα νεαρό αγόρι που διαμένει στο ξενοδοχείο, τον Tadzio (Bjorn Andresen). Ένώ αρχικά μοιάζει αποσυρμένος από τα εγκόσμια και μόνιμα κατηφής, ο πανέμορφος έφηβος  με τις χρυσές μπούκλες διεγείρει κάτι βαθιά μέσα στον γερασμένο μουσικό προκαλώντας του μια άμεση ερωτική έλξη . Ο Aschenbach στοιχειώνεται από την περιοδική παρουσία και την αμφίσημη ανταπόκριση  του έφηβου  Τάτζιο , καθώς σε αυτόν θα συναντήσει την απόλυτη ομορφιά και  τελειότητα, αλλά ταυτόχρονα θα νοιώσει και την παγωμένη ανάσα του θανάτου.
Ο Aschenbach  θεωρεί πως η τέχνη δεν έχει καμία σχέση με τις αισθήσεις, τη χυδαιότητα του σώματος, την καθημερινότητα της ύπαρξης, αλλά με το μεγαλείο, το εξαίσιο  της ψυχής. Αυτή η ηθική της αισθητικής αποτελεί το θέμα έντονων συζητήσεων μ’ ένα φίλο του που αντιτείνει ως μοναδικές αυθεντικές και γόνιμες πηγές της δημιουργίας το σαρκικό πάθος. Αλλά όλα αποδεικνύονται μάταια, και η ταινία ολοκληρώνεται με μία από τις πιο μελαγχολικές ,μηδενιστικές και απαισιόδοξες τελικές σεκάνς στην ιστορία του κινηματογράφου.
Η ερμηνεία  του Bogarde είναι λαμπρή και βαθιά βιωματική . Η σκηνοθεσία του Visconti είναι μεθοδική και ελικοειδής, αναπτύσσοντας σταδιακά την συναισθηματική φόρτιση  στο τελευταίο ημίωρο της ταινίας. Το φιλμ  παθητικό και σκοτεινό αποτελεί ένα από τα μεγάλα αριστουργήματα του Ευρωπαϊκού σινεμά και ίσως το μεγαλύτερο ερμηνευτικό επίτευγμα του Dirk Bogarde.
Γράφει στην κριτική του ο Γ. Μπακογιαννόπουλος :«Ο «Θάνατος στη Βενετία» είναι έργο καταστάλαγμα υψηλής αισθητικής τελειότητας .Αλλά και κάτι άλλο σημαντικό. Ο Visconti έχει συνείδηση του κινηματογράφου ως τόπο σύγκλισης των τεχνών , ως σύνθεση  και κάτοπτρο της μακραίωνης καλλιτεχνικής παράδοσης…    ...Με τις θαυμαστές εικόνες του της Βενετίας ,η οποία σαπίζει πανέμορφα μέσα στα νερά ο Visconti έκανε ολόκληρο το φιλμ ένα υπέροχο όχημα , που οδηγεί από τον έρωτα στον θάνατο. Μια ιερατική ελεγεία του μυστηρίου της ομορφιάς».
ΓΙΩΡΓΟΣ ΞΑΝΘΑΚΗΣ




Γ. ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου