Σάββατο, 8 Οκτωβρίου 2016

Δεσμώτης του ιλίγγου / Vertigo(1958) του Άλφρεντ Χίτσκοκ


Το πιο πυκνό, παράξενο, υποβλητικό έργο της καριέρας του Hitchcock και ίσως η καλύτερη ταινία του. Το φιλμ είναι μια περίπλοκη πραγματεία πάνω στην ζωή και στον θάνατο, στην πολυπλοκότητα των ανθρωπίνων ψυχώσεων και στα ακαθόριστα κίνητρα μιας παθιασμένης αγάπης.

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η ταινία λειτουργεί σε τόσα επίπεδα που σε ένα κείμενο αυτής της έκτασης, νύξεις μπορούν να γίνουν μόνο για την αποτελεσματικότητα της σε καθένα από αυτά. Έργο τέλειας συμμετρίας και παραδοξότητας, που συν τοις άλλοις «τσαλακώνει» και την εικόνα του «καλού παιδιού» του Χόλιγουντ, James Stewart, παρουσιάζοντάς τον σαν έναν αναξιόπιστο ασταθή ήρωα, με σεξουαλικές ψυχώσεις και τάσεις νεκροφιλίας. Προσεγγίζοντας τα λεπτά όρια ανάμεσα στο φαίνεσθαι και στο είναι, ο Hitchcock μας παρασύρει σε μια άκρως ρομαντική ιστορία νοσηρού, αλλά τρελού έρωτα, γεμάτη από φαντάσματα, ψεύτικους νεκρούς, γυναίκες - ομοιώματα κι ερωτευμένους άνδρες, οι οποίοι αν και ασκούν το επάγγελμα του ντετέκτιβ, αδυνατούν να ερμηνεύσουν τα σημάδια της πραγματικότητας. Εξαιρετική είναι η ψυχολογική διάσταση του φιλμ και η αλληγορική εκφορά της ανθρώπινης διάθεσης και προσπάθειας να ανασταίνει με οποιονδήποτε τρόπο και με όποιο τίμημα, ότι νομίζει πως αγάπησε. O Hitchcock στήνει ένα παιχνίδι σε αυτό το φιλμ, μέσα από την αντιπαράθεση της υποκειμενικότητας και της αντικειμενικότητας. Στην πραγματικότητα μας εμπαίζει. Καθ’ όλη την διάρκεια της ταινίας δεν μπορούμε ουσιαστικά να ξεχωρίσουμε πότε είμαστε θεατές των γεγονότων και πότε αποτελούμε μέρος των παραισθήσεων του πρωταγωνιστή. Η ατμόσφαιρα και η ερμηνεία του Stewart μας παρασύρει σε βαθμό που βιώνουμε τον πόνο του πρωταγωνιστή, ο οποίος με μια δονκιχωτική διάθεση προσπαθεί να λάβει απαντήσεις σε δύο επίπεδα. Το πρώτο αφορά το αστυνομικό μέρος της υπόθεσης και το δεύτερο αφορά τις προσωπικές του αγωνίες και το κυνήγι χιμαιρών που έχει εξαπολύσει και που όπως εύστοχα παρατηρεί ο ίδιος ο σκηνοθέτης αποτελεί μια έκφραση νεκροφιλίας. Με το φιλμ αυτό ο Hitchcock μεταβαίνει από το κλασικό φιλμ νουάρ στο νεο-νουάρ. Αυτό βέβαια δεν αναφέρεται μόνο στις νέες τεχνικές και στην καινούρια και μάλλον εκκεντρική σκηνοθετική αντίληψη που εγκαινιάζει ο Hitchcock, αλλά και στις αρχές του μεταμοντερνισμού που είναι ορατές στην ταινία και καταδεικνύουν την ικανότητα αφομοίωσης των εξωτερικών επιδράσεων που είχε ο σκηνοθέτης. Ανοίγει νέους δρόμους και δημιουργεί μια σχολή που θα επηρεάσει αρκετά τον γαλλικό κινηματογράφο με τον οποίο ο Hitchcock διέθετε μια ούτως ή άλλως διαλεκτική σχέση. Έξοχη η μουσική του Bernard Herrmann, όπως και οι ερμηνείες των ηθοποιών. Για πρώτη φορά γίνεται εδώ η χρήση μιας τεχνικής (τράβελλινγκ πίσω με ταυτόχρονο ζουμ μπροστά) που αργότερα θα μιμηθούν πολλοί σκηνοθέτες.

Κριτική του ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ
«Δεσμώτης του ιλίγγου» ίσως το πιο «μαγικό» έργο του μεγάλου  επιστρέφει, «αναστηλωμένο», με «εκτενή» επεξεργασία του τεχνικόλορ των εικόνων αλλά και του ήχου, που κυριαρχείται από την εξαίσια μουσική του Μπέρναρντ Χέρμαν, μια ατέρμονη βύθιση, εμπνευσμένη από το «Τριστάνος και Ιζόλδη».
Οπως τα περισσότερα αρχέτυπα αριστουργήματα του κινηματογράφου, το «Βέρτιγκο» περιέχει σκηνές, που ο θεατής θα είχε την τάση να «αρνηθεί», να τις θεωρήσει κοινότοπες.
Ιδίως στο «τυπικό» σενάριο, που προέρχεται από ένα μυθιστόρημα των Γάλλων Μπουαλό-Ναρσεζάκ. Ομως το αίνιγμα, η ταραχή μας παραμένουν, μεγεθύνονται ακατάσχετα. Αλλωστε, ο Χίτσκοκ μας περικυκλώνει με συνεχείς εσωτερικές ανατροπές, πέρα από τα γεγονότα εκπλήξεις του σεναρίου.
Ενα ιλιγγιώδες ζενερίκ του Σαούλ Μπας, και αμέσως η θεμελιακή (ψυχαναλυτική) σκηνή, μια πραγματικότητα που ορίζεται και σαν εφιάλτης. Ενας αστυνομικός κυνηγάει έναν κακοποιό πάνω σε στέγες, κρέμεται στο κενό και βλέπει το συνάδελφό του, που προσπάθησε να τον βοηθήσει, να γκρεμίζεται στο κενό. 0 Σκότι (Τζέιμς Στούαρτ) αρρωσταίνει από το σύνδρομο του ιλίγγου του ύψους και παίρνει σύνταξη. Αυτή είναι η λογική ακολουθία. Οι εικόνες, ό-μως, μας κρέμασαν μαζί του στην οδυνηρή αίσθηση του βαράθρου και έσβησαν σε μαύρο. Η σωτηρία δεν «ανέτειλε».
0 Σκότι (κι εμείς μαζί του) γλιστράει, θαρρείς, από τότε μέσα σε ένα κόσμο, χωρίς σαφή στηρίγματα, κάπου ανάμεσα στο πραγματικό και στο όνειρο, στη ζωή και στο θάνατο.
Η γήινη Ματζ (Μπάρμπαρα Μπελ Γκέντες) τον επαναφέρει στον κόσμο μας, αλλά εκείνος «φεύγει», παρασύρεται από τον παλιό φίλο του Γκάβιν, να παρακολουθήσει μια πανέμορφη γυναίκα, την Μάντλεϊν που τείνει προς την αυτοκτονία. Πάλι οι εικόνες σημαίνουν περισσότερα: Η Κιμ Νόβακ, που υποδύεται την Μάντλεϊν είναι σαρκώδης, χυμώδης, φοράει κόκκινη ρόμπα κι όμως αποπνέει κάτι απόκοσμο, αιθέριο, πεισιθάνατο. Οι παρακολουθήσεις είναι μακρές, με υπνωτική ρευστότητα, μια μουσική ποιότητα που εναρμονίζεται με τα υποβλητικά χρώματα, μέσα στο τοπίο του Σαν Φρανσίσκο. 0 Χιτς στην κορύφωση του λυρισμού του.
0 Σκότι καταδύεται ηδονικά μέσα στο πανέμορφο αυτό σύμπαν του θανάτου. Βαθιά καταθλιπτικός ο ίδιος ερωτεύται όλο και περισσότερο αυτό που δεν μπορεί να εκπληρωθεί. Η νεκροφιλία και η χίμαιρα. Κι εμείς, οι θεατές, ακολουθούμε σε απόλυτη ταύτιση. Το σινεμά δεν είναι έρως του φανταστικού, η εξιδανίκευση ενός εκτοπλάσματος-γυναίκας από φως φευγαλέο πάνω στην οθόνη;
Το σενάριο τέμνει το όνειρο με ξυράφι. Μετά την πτώση-θάνατο, μια άλλη, πανομοιότυπη κοπέλα, η Τζούντι, αλλά «καθημερινή», «κοινή» σαν την ζωή. 0 Σκότι θα την πιέσει αφόρητα, για να την μεταμορφώσει σε Μάντλεϊν. Τρέλα και σαδισμός. 0 Χιτς μας λέει ότι οι άνδρες διαλέγουν την απρόσιτη παρά την προσιτή γυναίκα, το φάντασμα παρά το απτό. Αλλά και «σκηνοθετεί» τις δύο φάσεις, προσφέρει σινεμά όπου δικαιούμαστε να διαλέξουμε. Φυσικά, ακολουθούμε τον Σκότι στους βυθούς και στον «βιασμό» της Τζούντι.
Τρίτη ανατροπή, όπως ορίζει το θρίλερ, αλλά τώρα, ο Χιτς μας πετάει μέσα σ’ ένα ψυχολογικό δράμα. Κι αν αρνηθούμε, αν εκνευριστούμε, πάλι αιχμάλωτοι είμαστε του λαβύρινθου, που μας περιτυλίγει και γεννάει ναυτία και μυστήριο πιο βαθύ. Δεύτερη πτώση, δεύτερος (ή πρώτος) θάνατος, απάτη και αλήθεια, εξήγηση αστυνομική. Ε και; Τι επιθυμούμε ανεβαίνοντας τον πύργο, μαζί με τον έξαλλο Σκότι; Τον φόνο, ως τιμωρία! Αποτυχία του θεατή, μέσα στα βρόχια, όπως του Σκότι. «0 θεός να λυπηθεί την ψυχή του»... τελική φράση. Μήπως και για μας;


http://www.flashx.tv/embed-ouys9wk5t54o-720x410.html


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου