Τετάρτη, 30 Νοεμβρίου 2016

Ο ΕΡΑΣΤΗΣ ΤΗΣ ΚΟΜΜΩΤΡΙΑΣ/ LE MARI DE LA COIFFEUSE(1990) του Πατρίς Λεκόντ





Τον ηδονοβλεψία ως ήρωα ταινίας ελάχιστοι σκηνοθέτες κατάφεραν μέχρι σήμερα να δώσουν σ' όλη του τη δύναμη, αλλά και το άγχος. Στο Σιωπηλό μάρτυρα, ένας ηθικολόγος Χίτσκοκ χρησιμοποιούσε τον ηδονοβλεψία ήρωά του για να μας δώσει τα επικίνδυνα αποτελέσματα του ξεχωριστού αυτού «βίτσιου», ενώ στον Ηδονοβλεψία ο Μάικ Πάουελ κατέγραφε με τρόπο συγκλονιστικό το άγχος και την όλη ψυχολογία ενός αθεράπευτου ηδονοβλεψία. Τέλος, ο Μπουνιουέλ, στις περισσότερες ταινίες του (από τη Βιριδιάνα ως τη Κρυφή γοητεία της μπουρζουαζίας), μας παρουσίαζε σκηνές απολαυστικές με αδιόρθωτους (ηλικιωμένους συνήθως) ηδονοβλεψίες.


Και να τώρα που ένας άγνωστος στην Ελλάδα, τουλάχιστον εμπορικά (μια και το Πανόραμα της «Ε» έχει παρουσιάσει παλιότερα τον ξεχωριστό Κύριο Ιρ του), Γάλλος σκηνοθέτης, ο Πατρίς Λεκόντ, χρησιμοποιεί για ήρωα, στη δέκατη ταινία του, Ο εραστής της κομμώτριας, έναν ηδονοβλεψία. Από τα 12 του χρόνια ο Αντουάν (έξοχος στο ρόλο ο Ζαν Ροσφόρ) είναι ένας αδιόρθωτος ηδονοβλεψίας, που περνάει την ώρα του παρακολουθώντας την κομμώτρια κυρία Σέφερ να κόβει τα μαλλιά των πελατών της. Ακόμη και όταν τη βλέπει νεκρή, εκείνο που παραμένει στη μνήμη του μικρού Αντουάν είναι τα γυμνά, μισάνοιχτα πόδια της κομμώτριας. Κι όταν στα 40 του γνωρίζει μιαν άλλη κομμώτρια, τη νεαρή Ματίλντ (πραγματικά αέρινη στο ρόλο η Άννα Γκαλιένα), ο Αντουάν της προτείνει αμέσως γάμο που εκείνη, χωρίς καμιά συζήτηση, δέχεται, την επόμενη φορά που αυτός πάει στο κομμωτήριό της.

Αποτέλεσμα: ο σύζυγος Αντουάν (και όχι ο «εραστής», όπως τον θέλει ο ελληνικός τίτλος) να εγκατασταθεί στο κομμωτήριό της και να παρακολουθεί με πάθος τη γυναίκα του στην καθημερινή εργασία της. Τις κινήσεις της, όταν εκείνη πλένει ή κόβει τα μαλλιά των αντρών πελατών της, τις χειρονομίες της, τις στάσεις του κορμιού της, της γάμπας της, του στήθους της («δε φοράει σουτιέν» θα μας εκμυστηρευτεί σε κάποια στιγμή), να οσφραίνεται τη μυρωδιά του κορμιού της, να επιδίδεται μαζί της, κάθε φορά που του δίνεται η ευκαιρία, στις ερωτικές φαντασιώσεις του.

Η ερωτική φαντασίωση είναι κυρίαρχο στοιχείο στη λυρική αυτή ταινία. Φαντασίωση ακόμη μπορεί να είναι και η ίδια η ιστορία που εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Γιατί, ολόκληρη η ταινία μας δίνεται μέσα από φλας μπακ, με τον γερασμένο πια Αντουάν να θυμάται (ή απλώς να φαντάζεται) την εκρηκτική αυτή απόλυτη σχέση του με τη Ματίλντ -που, όπως καταλαβαίνει από την αρχή ο θεατής έχει για κάποιο λόγο (που θα μάθουμε μόνο στο φινάλε) τελειώσει. Σχέση περίεργη μια και η γυναίκα είναι, σε κάθε λεπτό, έτοιμη να προσφέρει το κάθε τι στον άντρα, χωρίς, να περιμένει καμιά ανταλλαγή, χωρίς δικές της απαιτήσεις, με έναν απίθανο θα έλεγα αλτρουισμό που σίγουρα δεν συναντάμε στην αληθινή ζωή. Η γυναίκα στην ταινία του Λεκόντ υπάρχει όπως ακριβώς τη θέλει, όπως ακριβώς τη φαντάζεται και την ποθεί ο άντρας, ή πιο σωστά, μόνο και μόνο γιατί τη θέλει ο άντρας. Αυτή την παρουσία της σ' ένα κόσμο κατά τα άλλα πεζό, ανιαρό, σκιαγραφεί ο Λεκόντ με τρόπο θαυμάσιο, μ' ένα στυλ συναρπαστικό, μετατρέποντας την κάθε λεπτομέρεια σε κάτι το εντελώς πρωτότυπο και μοναδικό (από μια καρέκλα ή μια πόρτα μέχρις ένα άγαρμπο αραβικό χορό στον οποίο επιδίδεται ο Αντουάν) κι όπου η σκηνοθεσία μετατρέπεται, κατά κάποιο τρόπο, σε μουσικό όργανο που μας τραγουδάει τη χάρη, την ομορφιά, τη γοητεία, αλλά και το μυστήριο της γυναίκας, μαζί και τη δύναμη του απόλυτου έρωτα. Μια πέρα για πέρα ποιητική ταινία που θα σας γοητεύσει.

Πηγή:

Νίνος Φένεκ Μικελίδης, Ελευθεροτυπία, 6 Μαΐου 1994


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου