Κυριακή, 25 Δεκεμβρίου 2016

4 Αριστουργήματα του Ιαπωνικού Κινηματογράφου


Ουγκέτσου Μονογκατάρι (Ιστορίες της χλωμής σελήνης μετά τη βροχή) / Ugetsu monogatari
(Ιαπωνία, 1953)
Σκηνοθεσία: Κένζι Μιζογκούτσι / Kenji Mizoguchi. Με τους: Machiko Kyô, Mitsuko Mito, Kinuyo Tanaka, Masayuki Mori. Ασπρόμαυρη, 96’.

Σ’ ένα χωριό της μεσαιωνικής Ιαπωνίας, η οποία σπαράζεται από εμφύλιους πολέμους, ο Γκεντζούρο, ένας φτωχός αγγειοπλάστης, ονειρεύεται καλλιτεχνική δόξα και πλούτη, ενώ ο γαμπρός του, Τομπέι, φιλοδοξεί να γίνει ένδοξος σαμουράι. Ξεκινούν για να πουλήσουν την πραμάτεια τους στην πόλη και ύστερα από διάφορες περιπλανήσεις και περιπέτειες, ο Τομπέι «γίνεται» όντως σαμουράι λέγοντας ψέματα ότι τάχα σκότωσε έναν στρατηγό του εχθρού, ωστόσο όταν επιστρέφει στο σπίτι του βρίσκει τη γυναίκα του να εκπορνεύεται. Εν τω μεταξύ, ο Γκεντζούρο υποκύπτει στην γοητεία της Ουακάσα, μιας πανέμορφης και μυστηριώδους πριγκίπισσας την οποία και ακολουθεί στο παλάτι της, για να ανακαλύψει, έκπληκτος, αργότερα ότι πρόκειται για ένα φάντασμα. Επιστρέφοντας και αυτός στο χωριό, συναντά ένα ακόμα φάντασμα: αυτό  της γυναίκας του, η οποία στη διάρκεια της απουσίας του έχει δολοφονηθεί...

«Το αριστούργημα του Μιζογκούτσι είναι το αριστούργημα του ιαπωνικού σινεμά και μια από τις ωραιότερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου. Πρόκειται για μια επιτομή όπου συγκλίνουν οι πιο αντίθετες τάσεις της τέχνης και οι πιο ποικίλες πηγές έμπνευσης. Από όποια οπτική γωνία κι αν τη δούμε, είναι ταυτόχρονα αυτό κι εκείνο και κάτι ακόμα και όλα συνυπάρχουν αρμονικά. Είναι ο ελληνικός μύθος της Οδύσσειας και την ίδια στιγμή και ο κελτικός μύθος του Λανσελότου, ένα από τα ωραιότερα έπη περιπέτειας και τρελού έρωτα, ένα από τα φλογερότερα άσματα που έχουν γραφτεί ποτέ, προς τιμήν της αυταπάρνησης και της πίστης, ένας ύμνος στην Ενότητα και ταυτόχρονα στην ετερογενή ποικιλία των φαινομένων... Δεν υπάρχει τίποτα περιττό στην ταινία αυτή. Η κάμερα ευαίσθητη και στον παραμικρό κόκκο ύλης, χρονοτριβεί στις καλαμιές και τα νερά, στα περίτεχνα χτενίσματα και στα στολίδια των γυναικών, με μια νωχελική ευχαρίστηση που διόλου δεν αποτρέπει την αποφασιστικότητα με την οποία οι μικρές κινήσεις της μηχανής μάς δείχνουν πόσο η μοίρα μας είναι δεμένη με τη Φύση... Όταν στην οθόνη εμφανίζεται η λέξη «Τέλος» με δυσκολία πιστεύουμε πως έχει περάσει κιόλας μιάμιση ώρα...».
 Ερίκ Ρομέρ, «Cahiers du Cinema», τχ. 80, Μάιος 1958 




Ταξίδι στο Τόκιο / Tôkyô monogatari / Tokyo Story
(Ιαπωνία, 1953)
Σκηνοθεσία: Γιασουχίρο Όζου / Yasujirô Ozu. Με τους: Chishû Ryû, Chieko Higashiyama, Setsuko Hara, Haruko Sugimura. Ασπρόμαυρη, 140’.

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, ο Χιραγιάμα Σουκίτσι και η σύζυγός του Τόμι, έρχονται από την επαρχία στο Τόκιο, με σκοπό να επισκεφθούν τα παιδιά τους. Αρχικά τους φιλοξενεί ο μεγάλος τους γιος Κόιτσι με τη γυναίκα του. Καθώς όμως γρήγορα ενοχλούνται από την παρουσία τους στο σπίτι, τους στέλνουν να φιλοξενηθούν στην κόρη τους Σιγκέ. Αυτή με την σειρά της τους «ξεφορτώνεται» και σε συμφωνία με τον αδελφό της τους «δωρίζουν» υποχρεωτικές διακοπές στα λουτρά του Ατάμι. Όμως εκεί υπάρχει πολυκοσμία και θόρυβος και οι δύο ηλικιωμένοι δεν μπορούν να ησυχάσουν. Επιστρέφουν λοιπόν στο Τόκιο, αναζητώντας ένα κατάλυμα για να περάσουν το βράδυ. Το μοναδικό πρόσωπο που ενδιαφέρεται γι’ αυτούς, τους συμπεριφέρεται με ευγένεια και καλοσύνη και τελικά τους φιλοξενεί, όχι από υποχρέωση αλλά επειδή το νιώθει πραγματικά, είναι η Νορίκο, η γυναίκα του γιου τους που χάθηκε στον πόλεμο. Όταν επιστρέφουν σπίτι τους, η Τόμι αρρωσταίνει και ύστερα από λίγο καιρό πεθαίνει. Μετά την κηδεία, η μόνη που μένει για να κάνει συντροφιά στο γέρο πατέρα είναι η Νορίκο.

Η φθορά των συναισθημάτων στο πέρασμα του χρόνου, το εφήμερο των ανθρώπινων πραγμάτων, οι προσδοκίες που διαψεύδονται, το χάσμα των γενεών που υψώνεται αμείλικτο, οι οικογενειακοί δεσμοί που ξεθωριάζουν, η ανέφικτη επικοινωνία, ο παλιός ευγενικός κόσμος που χάνεται μαζί με τους γέρους γονείς, η επιβολή ενός νέου μοντέλου ζωής, στο οποίο κυριαρχεί ο εγωκεντρισμός, η υστερική επιβεβαίωσης της ατομικότητας και όπου ο χρόνος ποτέ δεν είναι αρκετός... Κι όλα αυτά μέσα από το γαλήνιο και ήρεμο βλέμμα της ακίνητης και χαμηλά τοποθετημένης κάμερας του Γιασουχίρο Όζου, σε μια ταινία, η ύπαρξη της οποίας και μόνο, ομορφαίνει τον κόσμο. Το Ταξίδι στο Τόκιο έχει «κρατημένο στασίδι» σ’ όλες τις λίστες που αφορούν στις 10 καλύτερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου.


Ρασομόν /Rashomon                                             Σκηνοθεσία:Ακίρα Κουροσάβα                                   (Ιαπωνία, 1953)με τους: Τοσίρο Μιφούνε, Ματσίκο Κίο, Μασαγιούκι Μόρι

Η ταινία που έκανε γνωστό σε όλον τον κόσμο τον ιαπωνικό κινηματογράφο, όταν κέρδισε το κορυφαίο βραβείο στο φεστιβάλ της Βενετίας το 1951 (Το πιο «δύσκολο» φεστιβάλ, αυτό για το οποίο ο Fellini έλεγε ότι κάθε φορά νιώθεις σαν να δίνεις εξετάσεις στο σχολείο) και ένα Όσκαρ καλύτερης ξένης ταινίας. Στην Ιαπωνία του 12ου αιώνα, μια γυναίκα βιάζεται ενώ ο ευγενής σύζυγός της δολοφονείται από τον πασίγνωστο ληστή Tajomaru (Toshiro Mifune). Ο δράστης σύντομα συλλαμβάνεται αλλά η κατάθεσή του, είναι εντελώς διαφορετική από την κατάθεση του θύματος. Ένας αυτόπτης μάρτυρας που βρήκε το πτώμα του άντρα, καλείται για να δώσει φως στην υπόθεση αλλά περιπλέκει περισσότερο την κατάσταση καθώς η κατάθεση του είναι επίσης διαφορετική από τις υπόλοιπες. Όλη η ταινία βασίζεται στην αφηγηματική τεχνική του υποκειμενικού φλας μπακ. Η αφήγηση γίνεται από τις διαφορετικές οπτικές γωνίες των πρωταγωνιστών και ο καθένας προσφέρει μια διαφορετική εκδοχή του γεγονότος, βυθίζοντας έτσι τον θεατή σ' έναν αληθινό γνωσιολογικό εφιάλτη. Αυτή ακριβώς η αφηγηματική τεχνική είναι και η σημαντικότερη αρετή της ταινίας, η οποία μάλιστα θεωρήθηκε ότι μεταφέρει δύο αντιφατικές ερμηνείες της ιστορίας: η μία λέει ότι μεταφέρει τη φιλοσοφική άποψη πως υπάρχουν πολλές υποκειμενικές αλήθειες, ενώ η άλλη ότι υπάρχουν μόνο τα γεγονότα, άρα τρεις από τους τέσσερις πρωταγωνιστές ψεύδονται. Σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη το φιλμ αφορά στην ανθρώπινη σφαλερότητα και ανεντιμότητα και στο ότι η ανθρωπότητα, όπως η πύλη Ρασομόν καταρρέει. Ο Kurosawa ουσιαστικά παραδίδει ένα συναρπαστικό αστυνομικό θρίλερ, το οποίο όμως εκπέμπει σαφείς μεταφυσικές δονήσεις και αποδεσμεύει έναν πολύπλοκο φιλοσοφικό γρίφο στον οποίο δεν έχει τόση σημασία η σχετικότητα της αλήθειας, όσο η δυσκολία προσέγγισής της. Σαν φόντο στην παρουσίαση της υπόθεσης, ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τρία διαφορετικά σκηνικά. Το ένα πανάκριβο, που πήρε στην παραγωγό εταιρία Νταιέι, σχεδόν δύο χρόνια για να το δημιουργήσει και αφορά στην θεόρατη πύλη της μεγαλούπολης, της πρωτεύουσας της χώρας του ανατέλλοντος ηλίου, περίπου στον 12ο αιώνα. Στην ακριβώς αντίθετη περίπτωση, το έτερο background είναι απίστευτα μινιμαλιστικό, σχεδόν άδειο, την στιγμή της διεξαγωγής της δίκης, που οι μάρτυρες εξιστορούν το τι συνέβη, παίρνοντας οι ίδιοι ταυτόχρονα τον ρόλο και του δικαστή που κάνει τις ερωτήσεις. Το τρίτο και χρονικά μεγαλύτερο είναι εκείνο του δάσους, όπου λαμβάνουν χώρα τα φλας-μπακ, αναβιώνοντας την ιστορία όπως βγαίνει από τα χείλη εκείνου που την έζησε. Η επιδραστικότητα του έργου είναι πλέον εμφανής με πολλούς νέους δημιουργούς να αποτείνουν φόρο τιμής στην φιλμική πρωτοπορία του Kurosawa, με κλασικό παράδειγμα το Usual Suspects. Γεγονός που αν συνδυαστεί μάλιστα με τις καινοτόμες τεχνικές λήψης – όπως για παράδειγμα το ταξίδι της κάμερας (που κρατά στα χέρια του ο περίφημος Kazuo Miyagawa) μπροστά και πίσω από τον ήρωα την ώρα που διασχίσει την πυκνή βλάστηση της ζούγκλας, μας οδηγεί στο σημείο να συμπεράνουμε πως το Rashomon, αποτελεί τον γνώμονα που πρόσφερε ο Kurosawa στους νεότερους του κινηματογραφιστές. Όσο για τον τίτλο, σημαίνει «Πύλη της κολάσεως» και είναι η τοποθεσία κοντά στο Κιότο όπου εκτυλίσσεται η ταινία.


Η άρπα της Βιρμανίας / Biruma no tategoto / Burmese Harp
(Ιαπωνία, 1956)
Σκηνοθεσία: Κον Ιτσικάουα /Kon Ichikawa. Με τους: Rentarô Mikuni, Shôji Yasui, Jun Hamamura. Ασπρόμαυρη, 98’

1945. Ενώ η Ιαπωνία παραδίδεται έχοντας βιώσει το ολοκαύτωμα της ατομικής βόμβας, ορισμένες μονάδες του γιαπωνέζικου στρατού εξακολουθούν να μάχονται ενάντια στους συμμάχους στη Βιρμανία. Ο διοικητής μιας μονάδας και οι φανατισμένοι άντρες του, προτιμούν να πέσουν στο πεδίο της μάχης παρά να παραδοθούν. Ο Μισομίζου ένας νεαρός στρατιώτης που παίζει άρπα, αιχμάλωτος σε αγγλικό στρατόπεδο, στέλνεται για να τους πείσει να παραδοθούν, αλλά αποτυγχάνει στην αποστολή του. Έχοντας αντικρίσει στην περιπλάνησή του τα απομεινάρια της μεγάλης σφαγής και τις εκατόμβες των χιλιάδων άταφων συμπατριωτών του αποφασίζει να γίνει μοναχός, να μείνει στη Βιρμανία και να αφοσιωθεί στην ταφή των νεκρών.

Η άρπα της Βιρμανίας είναι μια από τις πιο συγκλονιστικές αντιπολεμικές ταινίες που μας έδωσε ο ιαπωνικός κινηματογράφος στην δεκαετία του ’50.  Πρόκειται για ένα λυρικό έργο γεμάτο ποίηση, όπου το νεκρό συνομιλεί με το ζωντανό, επικεντρωμένο στο δικαίωμα των νεκρών για ταφή, καθώς το κύριο μέλημα κάθε πιστού ταοϊστή, είναι η φροντίδα των νεκρών. Ο νεαρός πρωταγωνιστής νιώθει βαθιά μέσα του αυτό το ηθικό χρέος και αφιερώνει με αυταπάρνηση τη ζωή του στην επιτέλεση αυτού του ιερού καθήκοντος. Ο Μισομίζου βυθίζεται στην σιωπή, καθώς αρνείται να μιλήσει και επικοινωνώντας μονάχα μέσα από την μουσική, ουσιαστικά θέλει να θάψει το νεκρό σώμα της ηττημένης χώρας του, για να της δώσει την δυνατότητα να νεκραναστηθεί. Ο Κον Ιτσικάουα, με τη βοήθεια της θαυμάσιας ασπρόμαυρης φωτογραφίας, δημιουργεί εικόνες σπάνιας εικαστικής ομορφιάς, που ισορροπούν ανάμεσα στη φρίκη του πολέμου και την ελπίδα της Ανάστασης.      

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου