Δευτέρα, 5 Δεκεμβρίου 2016

Ο Κλέψας του Κλέψαντος/ I soliti ignoti (1958) του Mario Monicelli



 https://i1.wp.com/www.asty-cinema.gr/wp-content/uploads/2016/09/GR-Poster.jpg?resize=210%2C300 
Κριτική ανάλυση του Δ. Παπασπύρου 
«Πεπέ, μην πας στο εργοστάσιο. Θα σε βάλουν να δουλέψεις!»
 Η ταινία «Ο κλέψας του κλέψαντος» θεωρείται όχι μόνο τυπικό δείγμα του ρεύματος «κωμωδία αλά ιταλικά» αλλά και η καλύτερη ιταλική κωμωδία όλων των εποχών, φυσικά μια από τις καλύτερες του παγκόσμιου κινηματογράφου. Οι συντελεστές της ταινίας είναι πρώτης γραμμής, ο σκηνοθέτης Monicelli, o σεναρίστας Suso Cecchi d’ Amico, που υπήρξε βασικός συνεργάτης του Luchino Visconti, o παραγωγός Franco Cristaldi, από τους πιο πετυχημένους και με καλλιτεχνική διάθεση της μεταπολεμικής Ευρώπης. Και φυσικά ένα λαμπρό επιτελείο ηθοποιών, που όλοι τους θα μπορούσαν να κρατήσουν μόνοι τους μια ταινία (κάτι που έγινε σε πολλές άλλες περιπτώσεις): ο Vittorio Gassmann, o Renato Salvatori, o μεγάλος Τοτό – η απόλυτη κωμική φιγούρα του ιταλικού κινηματογράφου, ο Marcello Mastroianni και η Claudia Cardinale στην πρώτη της εμφάνιση σε κινηματογραφική ταινία.
Η ταινία αναφέρεται θεματικά σε μια διάρρηξη, θέμα που οδήγησε ορισμένους κινηματογραφιστές σε λαμπρά αποτελέσματα (όπως τον John Huston στη «Ζούγκλα της ασφάλτου»). Χαρακτηριστικό των καλών ταινιών αυτή της κατηγορίας είναι πως η προσπάθεια διάρρηξης δεν έχει αίσιο αποτέλεσμα. Αντίθετα όμως με άλλες συναφείς ταινίες, εδώ η ομάδα διάρρηξης αποτελείται από …ερασιτέχνες. Και μόνο οι ιδιότητές τους προδικάζουν το τελικό αποτέλεσμα, ένας σύζυγος του οποίου η γυναίκα είναι στη φυλακή και κρατάει το παιδί τους, ένας αποτυχημένος μποξέρ, ένας βετεράνος διαρρήκτης που κρατά τη θέση του συμβούλου…
  Η συγγραφική ομάδα της ταινίας δείχνει με απλό και σαφή τρόπο την κατάσταση του μέσου Ιταλού στην πρώτη δεκαετία μετά τον πόλεμο. Αδυναμία προσαρμογής και αποδοχής της πραγματικότητας, προσπάθεια για την κατάκτηση μιας κοινωνικής θέσης, όνειρα και φιλοδοξίες που δε συμβαδίζουν με την κοινωνική τροχιά, που απαιτεί πλέον υποταγή και πειθαρχία, μισθωτή εργασία και προσαρμογή. Θυμίζουμε πως τα ίδια χρόνια, με παρόμοιο υλικό, ο Νίκος Κούνδουρος, έκανε τον λυρικό και τραγικό «Δράκο». 

               
Το αριστούργημα του Μονιτσέλι, με μοναδικότητα σε στιλ και περιεχόμενο, ορίζεται ως το «chiaroscuro – φωτεινό/σκοτεινό – της επικής κωμωδίας» και θεωρείται απαρχή της «ιταλικής κωμωδίας», που την επόμενη δεκαετία θα επαναπρότεινε ταινίες εκπληκτικής ποιότητας και σπουδαιότητας, βγαλμένες, λες, από την «προβολή» του νεορεαλιστικού κινήματος στο χρόνο.
Κωμωδία ώριμη, με «το κωμικό» να γίνεται πολύ σοβαρό και με ικανότητα στην αποτύπωση ιστορικά δύσκολων χρόνων. Ταινία με δομή σύνθετη και με ίντριγκα αρθρωτή. Με πορτρέτα ολόπλευρα – όχι καρικατούρες – με ανθρώπινο και συναισθηματικό εκτόπισμα, κυρίως όμως, με φύση διπλή, ιλαροτραγική, πλούσια σε απολαυστικές σατιρικές αποχρώσεις, διάτρητες από τόνους απαρηγόρητα μελαγχολικούς.
Η ιδέα της ιστορίας ξεκίνησε – όπως ομολόγησε ο Μονιτσέλι – από το «στοίχημα» για μια αστυνομικό – γκανγκστερικού είδους παρωδία (ο σκηνοθέτης κάνει συγκεκριμένη αναφορά στο νουάρ «Ριφιφί» (1955) του Ζυλ Ντασσέν), μέσα από μια παράδοξη αντίστιξη. Ενώ όμως στο «Ριφιφί» η ληστεία εκτελείται με τρόπο αριστοτεχνικό, με ζηλευτή χειρουργική ακρίβεια, ο μαρξιστής Μονιτσέλι και οι συνεργάτες του δείχνουν μια ομάδα αχρείων, πεινασμένων φτωχοδιάβολων να επιχειρούν να επιβιώσουν με κλοπές και ληστείες πολύ μεγαλύτερες από το μπόι τους, με προδιαγεγραμμένη κατάληξη, ακριβώς γιατί είναι φτωχοί.
Πολυφωνική η ενορχήστρωση θεμάτων και μοτίβων, καταστάσεων και χαρακτήρων, φόντων και πρώτων πλάνων (με τη δραματουργική έννοια του όρου). Συνεπής στη διάσταση του φωτεινού / σκοτεινού, η ταινία προχωρά με την εναλλαγή δύο παράλληλων ιστοριών, μια κωμική και μια δραματική, με σημείο κορύφωσης της τελευταίας το θάνατο του Κόζιμο που, μετά από ληστεία, για να διαφύγει τη σύλληψη, κατέληξε στις ρόδες ενός τραμ…
Η ταινία κλασική, επίκαιρη όσο ποτέ, πάνω από μισό αιώνα μετά, σπαρταράει από φρεσκάδα…
(Πηγή: Τζία Γιοβάνη)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου