Κυριακή, 15 Ιανουαρίου 2017

Ταξίδι στο Τόκυο (1953)του Γιασουχίρο Όζου

Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, ο Χιραγιάμα Σουκίτσι και η σύζυγός του Τόμι, έρχονται στο Τόκιο με σκοπό να επισκεφθούν τα παιδιά τους. Αρχικά τους φιλοξενεί ο μεγάλος τους γιος Κόιτσι με την γυναίκα του. Καθώς όμως γρήγορα ενοχλούνται από την παρουσία τους, τους ξαποστέλνουν στην άλλη τους κόρη την Σιγκέ. Αυτή, με τη σειρά της, τους ξεφορτώνεται και σε συμφωνία με τον αδελφό της, τους «δωρίζουν» υποχρεωτικές διακοπές στα λουτρά του Ατάμι. Όμως εκεί υπάρχει φασαρία και πολυκοσμία και οι δύο ηλικιωμένοι δεν μπορούν να ησυχάσουν. Επιστρέφοντας στο Τόκιο αναζητούν ένα μέρος για να περάσουν το βράδυ. Το μοναδικό πρόσωπο που τους φιλοξενεί, τους υποδέχεται με χαρά και τους συμπεριφέρεται με ευγένεια είναι η Νορίκο, η γυναίκα του γιου τους που χάθηκε, χρόνια πριν, στον πόλεμο. Επιστρέφοντας στο σπίτι τους, στην επαρχία η Τόμι αρρωσταίνει και ύστερα από λίγες μέρες πεθαίνει. Μετά την κηδεία η μόνη που μένει στο σπίτι για να κάνει συντροφιά στον γέρο πατέρα είναι η Νορίκο.
Η φθορά των συναισθημάτων στο πέρασμα του χρόνου, το εφήμερο των ανθρώπινων πραγμάτων, οι προσδοκίες που διαψεύδονται, το χάσμα των γενεών που υψώνεται αμείλικτο, οι οικογενειακοί δεσμοί που ξεθωριάζουν, η ανέφικτη επικοινωνία, ένας παλιός ευγενικός κόσμος που χάνεται μαζί με τους γέρους γονείς, η επιβολή ενός νέου μοντέλου ζωής στο οποίο κυριαρχεί ο εγωκεντρισμός, η υστερική επιβεβαίωση της ατομικότητας και η εγωπάθεια και όπου ο χρόνος ποτέ δεν είναι αρκετός... Και όλα αυτά μέσα από το γαλήνιο, στοχαστικό και ήρεμο βλέμμα της ακίνητης κάμερας τοποθετημένης στο ύψος ενός ανθρώπου που κάθεται στο πάτωμα, μιας ταινίας που η ύπαρξή της και μόνο ομορφαίνει τον κόσμο. Διότι, κακά τα ψέμματα, αυτό που στην περίπτωση του Όζου (1903-1963) συντελεί στην ομορφιά της ταινίας δεν είναι τόσο η ψυχολογική φινέτσα όσο η εκπληκτική μορφική σύνθεσή ταυτόχρονα μοναδική και ριζοσπαστική: πολύ σπάνιες κινήσεις της μηχανής (ένα και μοναδικό τράβελινγκ στην ταινία), σύνθετα και άδεια από πρόσωπα σταθερά πλάνα, μετωπικές λήψεις, μια κάμερα χαμηλά, σχεδόν στο πάτωμα και «ψευδορακόρ» όταν πρόσωπα συνομιλούν. Το στιλιστικό αυτό οπλοστάσιο συζητήθηκε πολύ διεθνώς. Για μερικούς μελετητές όπως ο Πολ Σρέιντερ, ο Ντόναλντ Ρίτσι ή ο Τάνταο Σάτο, ο Όζου είναι ο κατεξοχήν Ιάπωνας σκηνοθέτης, ο πλησιέστερος στη φιλοσοφία ζεν. Αντίθετος μ’ αυτήν την «κουλτουραλίστικη» ανάγνωση, ο σπουδαίος Ιάπωνας θεωρητικός Σιγκέχικο Χασούμι τον θεωρεί πολύ λιγότερο γιαπωνέζο από άλλους σκηνοθέτες, τονίζοντας την ύπαρξη στο έργο του ιδιαίτερων θεματικών κωδίκων που τον κάνουν ξεχωριστό. Άλλοι πάλι, όπως ο Αμερικανός Ντέιβιντ Μπόρντγουελ διακρίνουν κυρίως το φορμαλιστικό παιχνίδι και το συγκρίνουν με τις θεωρίες των Ρώσων φορμαλιστών. Γεγονός είναι πάντως ότι στον Όζου «όλα πηγάζουν, όπως γράφει ο κριτικός Τζοφ Άντρου, από την στοχαστική ποιότητα του βλέμματος του που υποδηλώνει ότι οποιαδήποτε ανθρώπινη δραστηριότητα, όσο ασήμαντη και αν είναι, αξίζει την προσοχή μας. Σε αντίθεση με το τόσο μοναδικό κινηματογραφικό του στιλ (και τόσο σοφό), οι εμπειρίες, οι συγκινήσεις και οι σκέψεις των χαρακτήρων του είναι οικουμενικές». Το Ταξίδι στο Τόκιο είναι η μοναδική ταινία του Όζου που προβλήθηκε στο εξωτερικό ενόσω ζούσε (στην Αγγλία το 1958) περνώντας εντελώς απαρατήρητη, ενώ παραμένει αξιοπερίεργο, όσο και ανεξήγητο το γεγονός ότι πρωτοπαίχθηκε στο Παρίσι μόλις το 1975 (22 χρόνια μετά την δημιουργία της). Σήμερα έχει «κρατημένο στασίδι» σε όλες τις λίστες που αφορούν στις 10 καλύτερες ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου