Τετάρτη, 4 Ιανουαρίου 2017

Φάννυ και Αλέξανδρος (1983) - Ίνγκμαρ Μπέργκμαν


Η οικογένεια Ekdahl ανήκει στη μεγάλη αστική τάξη της Σουηδίας των αρχών του 20ού αιώνα. Τη συναντάμε τα Χριστούγεννα του 1907. Κεφαλή της οικογένειας η γιαγιά Helena . Ακολουθούν οι γιοι Gustav Adolphe, Oscar και Carl  με τις γυναίκες τους αντίστοιχα Alma, Emilie, και τη γερμανίδα Lydia. Οι μικροί Alexander και Fanny είναι τα παιδιά του ζεύγους Emilie  και Oscar . Ο εβραίος έμπορος Isak Jacobi είναι εδώ και χρόνια καλός φίλος της γιαγιάς. Στην οικογένεια ανήκει το θέατρο της πόλης το οποίο διευθύνει ο Oscar. Ο τελευταίος στη διάρκεια μιας πρόβας του «Άμλετ» παθαίνει καρδιακή προσβολή και πεθαίνει. Ο επίσκοπος Vergerus συμπαρίσταται στο πένθος της συζύγου Emilie και έναν χρόνο μετά την παντρεύεται ζητώντας της όμως να υιοθετήσει μια αυστηρή ζωή και να μετακομίσει στο σπίτι του χωρίς κανένα από τα υπάρχοντα της. Η συμπεριφορά του επισκόπου είναι τρομακτικά σκληρή και αυταρχική απέναντι τους. Καταπιέζει τα παιδιά και κρατάει εσώκλειστη τη γυναίκα του, ενώ αρνείται να της δώσει διαζύγιο. Την αφήνει μάλιστα και έγκυο. Ο Isak Jacobi καταφέρνει με τέχνασμα και απαγάγει τα παιδιά. Ενώ ο επίσκοπος εκβιάζει τη σύζυγό του να τα φέρει πίσω , ένα βράδυ αυτή του δίνει ρόφημα με υπνωτικό και καταφέρνει να το σκάσει. Λίγο αργότερα πιάνει φωτιά το κρεβάτι της θείας του επισκόπου, η πυρκαγιά επεκτείνεται και ο επίσκοπος καίγεται ζωντανός. Η οικογένεια ξαναβρίσκεται ενωμένη και η Emilie αναλαμβάνει πάλι τη διεύθυνση του θεάτρου.    

Το «Φάννυ και Αλέξανδρος» αναγνωρίστηκε παντού σαν αδιαφιλονίκητο αριστούργημα. Πρόκειται για μια «ταινία -απολογισμό» όπου συναντούμε όλες τις στιλιστικές και θεματικές αναφορές των προηγούμενων μεγάλων ταινιών του Bergman. Ό,τι καλύτερο υπάρχει στην «Αναμονή γυναικών», στη «Νύχτα των σαλτιμπάγκων», στα «Χαμόγελα καλοκαιρινής νύχτας», στις «Άγριες φράουλες», στους «Κοινωνούντες», στη «Σιωπή», στην «Περσόνα», στο «Κραυγές και ψίθυροι» και στο «Αυγό του φιδιού», έχει προσαρμοσθεί τέλεια σ’ αυτή την ιστορία των δυο παιδιών που απολαμβάνουν τον παράδεισο της οικογενειακής ευτυχίας, προτού ένας αποτυχημένος γάμος τους ρίξει στην κόλαση του εκκλησιαστικού πουριτανισμού. Ο ίδιος ο Bergman είχε εξομολογηθεί πως μεγάλο μέρος της ταινίας είναι αυτοβιογραφικό και αν όχι κυριολεκτικά, τότε από την πλευρά των συναισθημάτων. Πράγματι ο πατέρας του σκηνοθέτη ήταν λουθηρανός πάστορας και  ίσως η διαφυγή του μικρού Alexander μέσα στα όνειρα να ήταν χαρακτηριστικό και του ίδιου του σκηνοθέτη.  Έτσι μέσα από την ταινία αυτή και μέσα από την απελπισία του μικρού αγοριού, ο Bergman ξεκαθαρίζει οριστικά τους λογαριασμούς του με το παρελθόν. Η κόλαση είναι η ερημιά της αρρωστημένης χριστιανικής ηθικής. Ο Αλέξανδρος καταλαβαίνει ότι ο Θεός για τον οποίο του έχουν μιλήσει δεν είναι παρά ένα σκιάχτρο που το κινούν σαν γελοία μαριονέτα. Η βλασφημία γίνεται απελευθερωτική πράξη για τον μικρό μας ήρωα: «Αν ο Θεός υπάρχει, πρέπει να τον φτύσουμε κατά πρόσωπο. Αν εμφανιζόταν μπροστά μου, θα του έριχνα μια κλωτσιά στον πισινό». Η ουσία έχει πλέον ειπωθεί. Το επεισόδιο του πρεσβυτέριου τελειώνει μέσα στις φλόγες του φανταστικού, με υπερρεαλιστικές εικόνες που θυμίζουν τον εξπρεσιονισμό του «Αυγού του φιδιού». Ύμνος προς τη ζωή και την ελευθερία των ενστίκτων, αλλά και ταυτόχρονα προς το ανορθολογικό, που μονάχα αυτό μας επιτρέπει να συλλάβουμε τη “μαγεία της ζωής” και να διεισδύσουμε στη βαθύτερη αλήθεια της, το Φάννυ και Αλέξανδρος είναι το αποκορύφωμα της μπεργκμανικής τέχνης και μια από τις ωραιότερες ταινίες που έγιναν ποτέ.                                                                                                                    Βιβλιογραφία:  Πλάτων Ριβέλλης, Η φανερή γοητεία και η κρυφή συγκίνηση του κινηματογράφου “Εκδόσεις φωτοχώρος”, 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου