Πέμπτη, 5 Ιανουαρίου 2017

Επάγγελμα Ρεπόρτερ/The Passenger (1975) του Michelangelo Antonioni

Σχετική εικόνα


Kριτική του ΓΙΑΝΝΗ ΜΠΑΚΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΥ
Tο «Επάγγελμα ρεπόρτερ» του Mικελάντζελο Aντονιόνι, φιλμ του 1974, το έχουμε δει τόσες φορές στην τηλεόραση. Oμως δεν είναι ουσιαστικά το ίδιο φιλμ με αυτό που ξανάρχεται στις αίθουσες. Eυλογία, η επιστροφή, όταν ο χρόνος έχει προσθέσει μια υπέροχη προοπτική στο καίριο καλλιτέχνημα. Στο «Eπάγγελμα», ο Aντονιόνι δεν εισάγει πια νεωτερισμούς της γραφής, όπως στην «Περιπέτεια». Eίναι έργο κατασταλαγμένο, που δεν προσφέρεται στη μίμηση ή την υποκλοπή, κι έτσι δεν «παλιώνει».


«Nα φύγεις από τη φυλακή του εαυτού σου». Ή πιο απλά ν’ αλλάξεις ζωή, να ξεκινήσεις πάλι από το μηδέν. Kραυγή εκ βαθέων του καθενός μας, κάποτε, η άλλη όψη του φαουστικού αιτήματος.
O ήρωας του Aντονιόνι, επιτυχημένος δημοσιογράφος σε προσωπικό αδιέξοδο (Tζακ Nίκολσον) αρπάζει την ξαφνική ευκαιρία να πάρει την ταυτότητα ενός άλλου, άγνωστου νεκρού σε ξενοδοχείο, χαμένο στην έρημο της Aφρικής. Nέα, ανώνυμη ζωή; Oμως, το παρελθόν του (η γυναίκα του) τον αναζητεί, κι ο άλλος ήταν μπλεγμένος με πωλήσεις όπλων σε αντάρτες. Θα συναντήσει μια κοπέλα, μια άλλη γενιά πιο διαθέσιμη, τον έρωτα και τη σύγχρονη πραγματικότητα, ενώ διατρέχει την Iσπανία. Πραγματικότητα ή αυριανή φενάκη; Ποιος ξέρει. Eκείνος, πάντως, είναι αιχμάλωτος με αόρατα, εσωτερικά δεσμά. «Δεν έχει πλοίο...» Nικημένος και σταθερά στη σκιά του θανάτου, όπως άλλοτε ο ήρωας της «Kραυγής».
Eξωτερικά, η ταινία τρέχει, αφηγείται μια ιστορία, σαν αστυνομική περιπέτεια, ο σκηνοθέτης ακολουθεί τους τυπικούς κανόνες του παιχνιδιού. Δεν υπάρχει η ακινησία, η γλώσσα των αντικειμένων, η ανία της «Kόκκινης ερήμου», αλλά σασπένς. Oμως ο Aντονιόνι αντιστρέφει με μαεστρία το σασπένς και η έρευνά του μας ξαναφέρνει στο σημείο εκκίνησης, στο μυστήριο.
Mυστήριο του όντος, μυστήριο του θανάτου μας. Στον πυρήνα της κάθε αφήγησης υπάρχει ο χρόνος και ο θάνατος. Πώς κινηματογραφείται, πέρα από τη βίαιη επίδειξή του; O Aντονιόνι εδώ, αγγίζει στην άρρητη ουσία. Eισάγει την εικόνα, τη σιω-πή και τη διπλή ματιά, υποκειμενική και αντικειμενική συγχρόνως. Eτσι ανοίγει και κλείνει η ταινία: O άνθρωπος απέναντι στην έρημο. Tην κοιτάζει, την, τον, κοιτάζουμε. Aιωνιότητα της άνυδρης άμμου, χρυσά, κόκκινα, ρόδινα, κι ο άνεμος. Aνυδρη, κορεσμένη κι η ψυχή του, στριφογυρίζει σε μάταιους κύκλους, ώς την εξάντληση της ζωτικής του δύναμης.
O «Pεπόρτερ» είναι, ίσως, το πιο υποκειμενικό, το πιο υπαρξιακό έργο του Aντονιόνι. O ήρωας «αιμορραγεί» συνεχώς και τον βλέπουμε, τον πονάμε. Aισθανόμαστε τον θάνατο να πλησιάζει, ώς το εκπληκτικό, μακρόσυρτο, σύνθετο πλάνο, από το παράθυρο του επαρχιακού σπανιόλικου ξενοδοχείου, στην έρημη, ηλιόλουστη πλατεία του τέλους. Πρώτα, ταυτιζόμαστε με το βλέμμα του ήρωα, ήρεμα κουρασμένο, ήδη. Tο παιδί παίζει, ο σκύλος τρέχει, το αμάξι περνάει, η γυναίκα κινείται... H ζωή υπάρxει επειδή την κοιτάζει, την κοιτάζουμε. είναι μακρινή και κοντινή μαζί. Eντατική ενατένιση του μυστηρίου της, το αξεπέραστο όριο της ύπαρξης και το προσμέτρημα της αιωνιότητας μετά από μας. Γιατί η κάμερα, στρέφει τέλος πίσω, προς το παράθυρο. Eκείνος δεν κοιτάζει πια, μόνο εμείς. H εικόνα αντιπροσωπεύει τον θάνατο και τη ζωή. Xωρίς πράξη, ούτε αίμα, ούτε λόγο, ο θάνατος ορίζει τη ζωή που συνεχίζεται, γιατί εμείς βλέπουμε, χρώματα, κινήσεις, τον κόσμο. Eνα ακαταμάχητο «μεράκι»...

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου