Σάββατο, 25 Μαρτίου 2017

Ο Κύριος Βερντού /Monsieur Verdoux (1947) Charles Chaplin

Ο κύριος Βερντού χάνει τη δουλειά του εξαιτίας της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Για να συντηρήσει την ανάπηρη γυναίκα του και το γιο του, αρχίζει να παντρεύεται πλούσιες χήρες και ύστερα να τις εξαφανίζει. Δύο απόπειρές του, μάλιστα, επιτυγχάνουν αλλά είναι πιο «άτυχος» με τη θεότρελη Αναμπέλα… Από μια ιδέα του Όρσον Ουέλς ο Τσάρλι Τσάπλιν έπλασε μια «κωμωδία φόνων», που ήταν τόσο μοντέρνα και τολμηρή για την εποχή της, ώστε οι Αμερικανοί την αγνόησαν. Με τα χρόνια η ταινία αναγνωρίστηκε ως μια τρομερή και πικρότατη σάτιρα. Άλλωστε, η ταινία όταν γυρίστηκε, το 1947, τρία μόλις χρόνια μετά τη λήξη του πολέμου, αποτέλεσε τότε μια γερή γροθιά σε όλους αυτούς που χαχάνιζαν με τον κλόουν Σαρλό, έχοντας πια να αντιμετωπίσουν έναν …αναρχικό κύριο Βερντού. Εκείνη την εποχή ο Τσάπλιν είναι πεπεισμένος ότι τίποτε δεν πρόκειται να αλλάξει και ότι η ανισόρροπη ισορροπία θα αποκατασταθεί σε ένα επίπεδο ανάλογο με το παλιό: Οι πολεμικές βιομηχανίες θα συνεχίσουν την παραγωγή τους, ο εργάτης θα είναι «βιδωμένος» στο σύστημα, το κεφάλαιο θα συνεχίσει τη συσσώρευση βάσει αδυσώπητων νόμων, οι ηθικολόγοι δε θα σταματήσουν τα κηρύγματά τους και οι …Σαρλό θα αγωνίζονται πάντα για μια θέση στον ήλιο, χωρίς ποτέ να τη βρίσκουν. Παίζουν οι Τσάρλι Τσάπλιν, Μάντι Κορέλ, Οντρεϊ Μπετζ.


ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΟΥ ΒΑΣΙΛΗ ΡΑΦΑΗΛΙΔΗ
Το 1947 η φλύαρη και αυτοϊκανοποιούμενη με τους νοητικούς ακροβατισμούς της αστική κριτική στέκεται αμήχανη και ταραγμένη μπροστά στον άναρχο Κύριο Βερντού. Ο γελωτοποιός Τσάπλιν βάλλεται ανελέητα, ίσως γιατί είχε το «θράσος» να δώσει μια γερή κλωτσιά στα παχουλά οπίσθια αυτών που χαχάνιζαν εύκολα με τον κλόουν Σαρλώ. Μόνον ο Αντρέ Μπαζέν είχε το θάρρος ν’ αναλάβει ανεπιφύλακτα την υπεράσπιση του κ. Βερντού, αυτού του Κυανοπώγωνα που σκοτώνει πλούσιες κυρίες για ν’ αρπάξει το κομπόδεμά τους με την ίδια ακριβώς έννοια που το κεφάλαιο ,στις κρίσιμες(οικονομικά) στιγμές, αλέθει τη σάρκα του λαού για να ξεμπλοκάρει το προτσές της συσσώρευσης του κεφαλαίου και να κάνει να λειτουργήσει «ομαλά» ο ανισόρροπος νόμος της προσφοράς και της ζήτησης. Κατά τον Μπαζέν, ο κ.Βερντού είναι ένας Σαρλώ μεταμφιεσμένος: Ο τύπος του αλήτη Σαρλώ δεν είναι παρά το σύμβολο του μονίμως εξεγερμένου νοσταλγού μιας λευτεριάς χωρίς όρια, το άψογο μοντέλο του εκτός Νόμου που, ωστόσο, καταφέρνει πάντα και επιβιώνει χάρις σ’ έναν εγωισμό τροφοδοτούμενο από το ένστικτό της με κάθε τρόπο επιβίωσης, κι έναν απεριόριστο κυνισμό που τον βοηθάει να υπερπηδάει τα φράγματα που στήνουν στη ζωή οι πονηροί ηθικολόγοι.
Όμως, το αισιόδοξο τέλος στις ταινίες του Σαρλώ δημιουργεί τον αναγκαίο για το φύτρωμα μιας κάποιας ελπίδας ζωτικό χώρο: Ο ταλαίπωρος αποδιοπομπαίος τράγος πιστεύει πώς όλα θα παν καλύτερα κάποτε, και γι’ αυτό δεν παρανομεί απροκάλυπτα.
Το 1974 που γυρίστηκε Ο Κύριος Βερντού, τρία μόλις χρόνια μετά την λήξη του πολέμου, ο Τσάπλιν είναι πεπεισμένος πως τίποτα δεν πρόκειται ν’ αλλάξει κι ότι η ανισόρροπη ισορροπία θα αποκατασταθεί σ’ ένα επίπεδο ανάλογα με το παλιό: Οι πολεμικές βιομηχανίες θα συνεχίσουν την παραγωγή τους(όχι βέβαια για να παράγουν όπλα για συλλέκτες),ο εργάτης θάναι βιδωμένος στο σύστημα Ταίηλορ το κεφάλαιο θα συνεχίσει τη συσσώρευση βάσει αδυσώπητων νόμων, οι ηθικολόγοι δεν θα σταματήσουν τα ταρτούφικα κηρύγματά τους-και οι Σαρλώ θ΄ αγωνίζονται πάντα για μια θέση υπό τον ήλιο χωρίς ποτέ να την βρίσκουν.
Μέσα σ’ αυτό το κλίμα της τεκμηριωμένης απαισιοδοξίας, ο Τσάπλιν αποφασίζει να ωθήσει την λογική(και την συνακόλουθη συμπεριφορά)του παλιού του ήρωα, του Σαρλώ, μέχρι τα ακρότατα όριά της: ο κ.Βερντού(ο μεταμφιεσμένος Σαρλώ)πρέπει να σκοτώσει αν δεν θέλει να τον σκοτώσουν.
Ο μονίμως αμυνόμενος Σαρλώ περνάει τώρα στην επίθεση σαν Βερντού, αλλά όταν η οικονομική κρίση του1930 γκρεμίσει σε ερείπια τα «ιδανικά» του (χάνει γιό, γυναίκα και περιουσία)σχεδόν παραδίδεται στην εξουσία και οδηγείται στην καρμανιόλα με μια ψυχραιμία που μόνο ο τέλεια απελπισμένος μπορεί να την έχει. Δεν υπάρχει πια χώρος για την ελπίδα κι απ’ την άποψη αυτή ο Τσάπλιν γίνεται πρόδρομος της δραματουργίας του παράλογου.
Ο εγκληματίας Βερντού είναι ήρωας τραγωδίας και όχι αστυνομικού δράματος:
Αυτό που λιγότερο απασχολεί εδώ τον Τσάπλιν (και τον ΄Ορσον Γουέλλες που του έδωσε την ιδέα για το σενάριο)δεν είναι ο μεμψίμοιρος κλαυθμυρισμός του ηθικολόγου ή οι περίτεχνες πιρουέτες του ψυχαναλυτή, αλλά η πέρα και πάνω κι απ’ την ηθική κι απ’ την ψυχολογία κατάδειξη της λογικής του εγκλήματος(όχι του εγκληματία):Η εντιμότητα δεν είναι παραγωγική και οι νόμοι της συσσώρευσης του κεφαλαίου απέχουν έτη φωτός και απ’ την ηθική και απ’ την ψυχολογία. Το αν, για να πετύχει κανείς τη συσσώρευση σκοτώνει αργά (κεφαλαιούχοι)ή γρήγορα(δολοφόνοι) είναι, απλούστατα, θέμα ποσοτικής κλιμάκωσης και καθόλου ποιοτικής διαβάθμισης.
Και οι δυο (κεφαλαιούχος και δολοφόνος) είναι το ίδιο εγκληματίες. Ωστόσο, το «νόμιμο»έγκλημα προτείνεται σαν «ιδανικό» και δοξολογείται σ’ όλους τους τόνους ενώ για το «παράνομο» οι αγχόνες είναι μόνιμα στημένες.
Ο πανέντιμος Τσάπλιν τόλμησε να τα πει όλα αυτά. Και τραβώντας βίαια την μάσκα απ΄ το ροδαλό πρόσωπο των μακάριων μέσα στην πλήρη τους αλλοτρίωση αστών ήταν φυσικό να προκαλέσει την οργή τους. Λίγο αργότερα ο Μακάρθυ θα τον κυνηγήσει σαν «κομμουνιστή»(!)και ο κλόουν θα πάρει των ομματιών του και θα εγκαταλείψει για πάντα τις ΗΠΑ, τη χώρα στην οποία συνυπάρχουν αρμονικότατα και οι δυο μορφές εγκλήματος.
Σήμερα ύστερα από μια τριακονταετία περίπου συζητήσεων και αμφισβητήσεων, ο κύριος Βερντού αρχίζει να παίρνει την σωστή του θέση στην ιστορία του κινηματογράφου. Δεν είναι μόνο «η κατ΄ εξοχήν τραγωδία του αιώνα μας» αλλά η κορυφή του συνόλου του τσαπλινικού έργου, όπως πιστεύουμε.

Άλλωστε, ο τύπος του Σαρλώ θα έμενε χωλός χωρίς το υποστύλωμα που του προσέφερε ο κύριος Βερντού, ο «αισθηματίας»,χαμογελαστός και «έντιμος» δολοφόνος. Απ’ αυτή την άποψη, ο Βερντού παρέχει τον κώδικα για το σωστό «διάβασμα» των ταινιών «Σαρλώ».



Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου