Πέμπτη, 6 Απριλίου 2017

Ο γιος του Σαούλ(2015) του Λάζλο Νέμες




To Μεγάλο Βραβείο της Επιτροπής του Φεστιβάλ Καννών  2015 απονεμήθηκε σε πρωτοεμφανιζόμενο Ούγγρο σκηνοθέτη και στην από πολλές απόψεις αλησμόνητη ταινία του: μια σφοδρή οπτικοακουστική εμπειρία που αναβιώνει με τρόπο συγκλονιστικό την εμπειρία των Ναζιστικών στρατοπέδων συγκέντρωσης.


Από τον Λουκά Κατσίκα
To μεταπολεμικό Ουγγρικό σινεμά κατέχει την δική του ιδιαίτερη θέση στην επίσημη κινηματογραφική Ιστορία. Είναι το φορμαλιστικά θαρραλέο, έντονα πολιτικοποιημένο, συχνά λυρικό και σχεδόν ντοκιμαντεριστικού ρεαλισμού σινεμά που μας δίδαξε ο Μίκλος Γιαντσό, ο Κάρολι Μακ, ο Ίστβαν Ζάμπο και μετέπειτα ο Μπέλα Ταρ, κατορθώνοντας καθένας από αυτούς να υπερβεί τα σύνορα της χώρας του και να αποκτήσει διεθνές καλλιτεχνικό εκτόπισμα.
Συνεργάτης του τελευταίου, και κατά κάποιον τρόπο μαθητής του, o 38χρονος Λάζλο Νέμες απήλαυσε φέτος ένα σπάνιο προνόμιο: έγινε ένας από τους ελάχιστους σκηνοθέτες που με την πρώτη τους κιόλας ταινία εξασφάλισαν μια θέση στο επίσημο διαγωνιστικό πρόγραμμα των Καννών.
Δεν θα μπορούσε να γίνει ίσως διαφορετικά, αντιλαμβάνεται κανείς βλέποντας ένα επιβλητικό ντεμπούτο το οποίο όχι μόνο συστήνει έναν δημιουργό με δεδομένο ταλέντο, αλλά και περιέχει τόση δύναμη από μόνο του ώστε ο αντίκτυπoς που αφήνει να διαρκεί αρκετή ώρα μετά την παρακολούθησή του.
Με κατάβαση στην κόλαση μοιάζει ο «Γιος του Σαούλ», ασφυκτικά τοποθετημένος στις κλειστοφοβικές διαστάσεις ενός μικρού, τετράγωνου κάδρου το οποίο εγκλωβίζει εξαρχής το κοινό και του αφήνει ελάχιστα περιθώρια να αποστρέψει το βλέμμα. Εδώ το δράμα βρίσκεται τοποθετημένο  ακριβώς στο κέντρο της οθόνης, περικυκλωμένο από μια σοκαριστική (και αποστομωτική) ηχητική μπάντα η οποία αφήνει τον θεατή να συμπληρώσει μόνος στο μυαλό του τις ανομολόγητες βαναυσότητες που περιγράφονται εκτός πλάνου.
Μια κάμερα, η οποία μοιάζει σχεδόν με σωματική προέκταση του ήρωα, τον ακολουθεί στο καθημερινό του μαρτύριο. Κρατούμενος στο Άουσβιτς, και με την απειλή της δικής του εξόντωσης διαρκώς παρούσα, ο Σαούλ (τον ερμηνεύει ο Ούγγρος ποιητής Γκέζα Ρέριγκ) επωμίζεται μαζί με αρκετούς άλλους Εβραίους το αποτρόπαιο έργο του να οδηγεί στους θαλάμους αερίων ορδές ανυποψίαστων θυμάτων και αμέσως μετά να τους καθαρίζει από τα αμέτρητα πτώματα.
Ανάμεσα στις άψυχες σωρούς συναντά κάποια στιγμή το σώμα ενός νεαρού αγοριού και πεπεισμένος ότι πρόκειται για τον γιο που δεν είχε ποτέ αναλαμβάνει να του εξασφαλίσει μια αξιοπρεπή ταφή, δίχως να αντιλαμβάνεται το παράλογο ή το μάλλον αδύνατο μιας τέτοιας απόπειρας.
Είναι μια πράξη απελπισμένη όσο και μεγαλειώδης, όμως, η δική του. Μέσα στην αποκτήνωση και τη βαρβαρότητα προσπαθεί να διατηρήσει την ελάχιστη ανθρωπιά που του έχει απομείνει. Απέναντι στην πλήρη απαξίωση και αποδεκατισμό του σώματος, εκείνος αγωνιά να το σεβαστεί και να το τιμήσει.
Με αφορμή αυτή την απλή, αλλά απολύτως σπαρακτική ιστορία, ο Λάζλο Νέμες συναντά την ανεπούλωτη πληγή του Ολοκαυτώματος και την αφήνει να αιμορραγήσει ξανά στην οθόνη. Η ταινία του είναι οδυνηρή και τρομακτική, γιατί έτσι πρέπει. Απεικονίζει τη φρίκη με τρόπο τραυματικό, επειδή έτσι μόνο κανείς μπορεί να την επικαλεστεί. Και κλείνει μέσα στις εικόνες και τους ήχους της ένα χρονικό-ηλεκτροσόκ της ανθρώπινης δυνατότητας για την ύψιστη κτηνωδία.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου