Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Μέρες Κρασιού και Λουλουδιών / Days of Wine and Roses(1962) του Blake Edwards

https://images-na.ssl-images-amazon.com/images/I/519lEkEzpcL._SX200_QL80_.jpg

Ο Jack Lemmon και η Lee Remick υποδύονται ένα ζευγάρι με πρόβλημα αλκοολισμού που μοναδικό στηριγμα του ενός είναι ο άλλος. Ο Τζο πίνει όπως λέει γia την παρέα. Η Κίρστεν αρχίζει το ποτό για να του κρατάει παρέα. Περνούν καλές στιγμές μαζί. Ομως με τον εθισμό αρχίζουν να έρχονται και οι κακές στιγμές.




Days of Wine and Roses .1962. with Greek
Στο τέλος του περασμένου αιώνα ο Βρετανός ποιητής Earnest Dawson ύμνησε το εφήμερο της ανθρώπινης ευδαιμονίας στο εμβληματικό για το πνεύμα του fin-de-siécle ποίημα του Vita Summa Brevis (=όλη η σύντομη ζωή), μιλώντας για τις μέρες του κρασιού και των τριαντάφυλλων. Έξι δεκαετίες και δύο πολέμους αργότερα, ο Blake Edwards δανείζεται τον προφανή συμβολισμό αυτών των στίχων για να τιτλοφορήσει τη δεύτερη Χολιγουντιανή ταινίες που πιπιλίζει το θέμα του αλκοολισμού- προηγήθηκε το The Lost Weekend του Billy Wilder το 1945. Κι όμως, αν αυτή η φροντίδα ενός κοινωνικά «ευαίσθητου» θέματος άνοιξε την πόρτα της Ακαδημίας στους συντελεστές του φιλμ, η συγκλονιστικά ερωτική διαχείρισή του είναι αυτή που κάνει την ταινία μεθυστική και εξαρτησιογόνα.

Οι μέρες κρασιού και λουλουδιών δεν είναι ο μήνας του μέλιτος ενός ερωτευμένου ζευγαριού, αλλά η περίοδος χάριτος ενός ισόπλευρου ερωτικού τριγώνου. Ο Joe Clay (Jack Lemmon) είναι υπεύθυνος δημοσίων σχέσεων μιας εταιρείας, στην οποία δουλεύει ως γραμματέας η Kirsten Anersen (Lee Remick). Παρά την κεραυνοβόλα αντιπάθεια τους, θα γνωριστούν, θα ερωτευτούν, θα παντρευτούν και θα τεκνοποιήσουν. Στο πλαίσιο της λογικής των ζευγαριών που αφομοιώνονται με το χρόνο (σαν αυτό που λένε για τα σκυλιά και τους ιδιοκτήτες τους), η Kirsten θα υιοθετήσει τη συνήθεια του συζύγου της να ξεκινά από το γεύμα των «δύο μαρτίνι», για να ολισθήσει στα βράδια που ζέχνουν φτηνό οινόπνευμα.

Αν ο 
δούλευε για την καμπάνια των AA, θα κινηματογραφούσε τον τρόπο με τον οποίο το αλκοόλ έχει γίνει η βιταμίνη του δυτικού πολιτισμού, το αντίδοτο στο βασικό σύμπτωμα της ennui του εικοστού αιώνα, υποκατάστατο των ανθρώπινων σχέσεων και νομιμοποιημένο ναρκωτικό. Κι όμως, όσες νύξεις και αν περνάει σε αυτό το πρότυπο δράμα του για τα αδιέξοδα της εργασίας (πόσο προφητικός ακούγεται κάποιος που διαβλέπει την κενότητα των θέσεων PR πριν από...μισό αιώνα), ο σκηνοθέτης δεν ενδιαφέρεται για ενός τέτοιου είδους καταγγελτικό λόγο. Κύριο θέμα είναι ο έρωτας και η απουσία του που πυροδοτεί μια σειρά εφευρέσεων που επινοούν οι άνθρωποι για να βουλώνουν τις τρύπες. Καθώς ήταν μία από εκείνες τις περιπτώσεις των σκηνοθετών που αγαπούσε τους συμβολισμούς, ο Edwards αφοσιώνεται στο μεταφορικό λόγο, τόσο στο κείμενο, όσο και στην οπτικό μέρος.

Κάπως έτσι, o Edwards κινηματογραφεί παθιασμένα αλλά χωρίς εξάρσεις, οργασμικά αλλά χωρίς κορύφωση. Ο βασικός πρωταγωνιστής του, εύπλαστος σαν πηλός (= clay), βασικός μοχλός της αφήγησης, θα προσπαθήσει να πάρει πάνω του όλο το βάρος της ύπαρξης. Στην κορύφωση της απελπισίας του, ο Τζο ταυτολογεί «Δεν είναι ο έρωτας, έρωτας;». Για να καταλήξει στην κορώνα της Κίρστι, που ομολογεί πως «θέλει να βλέπει τα πράγματα ομορφότερα απ’ ότι είναι». Κάθε πλάνο της ταινίας δένει άρρηκτα τις φιγούρες των ηρώων με τις προεκτάσεις τους στον περιβάλλοντα χώρο. Ακόμη και τα πιο κλειστά close-ups περικλείουν μπουκάλια αλκοόλ, λευκούς μανδύες, κάγκελα, ακατάστατα κρεββάτια, λουλούδια μαραμένα ή χλωρά, αντανακλάσεις του φωτός στο νερό ή φωτεινές πινακίδες (προσέξτε τον φωτεινό συναγερμό που σημαίνει η πινακίδα από νέον στο τελευταίο πλάνο). Τα φωτογενή πρόσωπα δεν εμφανίζονται ποτέ απομονωμένα, παρά δεμένα με τις εξαρτήσεις τους. Και ο έρωτας, ως η μεγαλύτερη υπαρξιακή εξάρτηση και η πιο ισχυρή τοξίνη δεν μπορεί παρά να στέκεται πέρα και πάνω από κάθε αποτοξίνωση.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου