Τρίτη, 18 Απριλίου 2017

Ο κλέφτης των ποδηλάτων /Ladri di Biciclette (1949) του Vittorio De Sica



Η πιο δημοφιλής και ίσως η κορυφαία ταινία του «ιταλικού νεορεαλισμού», με ερασιτέχνες ηθοποιούς, πάνω στο θέμα της ανεργίας και γενικότερα της φτώχειας των μεγαλουπόλεων.
Το σενάριο γράφτηκε από τον Cesare Zavattini, θεωρητικό του νεορεαλισμού και οπαδό του Βερισμού, και μεταφέρθηκε σχεδόν χαρισματικά στην οθόνη από τον De Sica, ο οποίος κατάφερε να ελέγξει τις ξεκάθαρες πολιτικές δεσμεύσεις του Zavattini αλλά και το προϊόν της δικής του κοινωνικής συνείδησης και να δημιουργήσει ένα έργο που ενώ αποτελεί σαφώς μια κραυγή απελπισίας δεν προβαίνει σε προπαγανδιστικά ατοπήματα. Άνεργος για εβδομάδες, ο Antonio Ricci καταφέρνει να εξασφαλίσει μία δουλειά ως αφισοκολλητής. Μοναδική προϋπόθεση για να αναλάβει το πόστο του, είναι να διαθέτει ποδήλατο. Πουλώντας τα νυφικά σεντόνια τους, το ζεύγος Ricci καταφέρνει να διαπραγματευτεί μία ικανοποιητική τιμή και να αγοράσει το πολύτιμο ποδήλατο. Ο Antonio ξεκινά να δουλεύει και τα πράγματα μπαίνουν επιτέλους σε μία σειρά. Μέχρι τη στιγμή που ένας αλητάκος αρπάζει το ποδήλατο και εξαφανίζεται. Για τις υπόλοιπες μέρες, η καθημερινότητα του Antonio θα είναι μία συνεχής αναζήτηση. Από την αστυνομία στις φτωχογειτονιές και από τους προλεταρίους στα υπαίθρια παζάρια και από κει στην εκκλησία και τις γέφυρες των αστέγων, ο Antonio θα περάσει σαν άλλος Δάντης, από όλα τα στάδια της Κόλασης, με προορισμό έναν Παράδεισο που ποτέ δεν μοιάζει να είναι κοντά. Η κάμερα θα τον αφήσει ξεχασμένο στο Καθαρτήριο της Ιταλικής ιστορίας. Μία παραπλανητικά απλή ιστορία, ο πλούτος της οποίας έγκειται στη λεπτομέρεια με την οποία αντιμετωπίζει τις ζωές των χαρακτήρων και την ίδια την μεταπολεμική Ρώμη, ο De Sica: οι πεινασμένες στρατιές των αντρών που πασχίζουν να βρουν δουλειά, το ενεχυροδανειστήριο όπου η σύζυγος αφήνει τα σεντόνια της για να συγκεντρώσει τα απαιτούμενα χρήματα και ν' αγοράσει ο Antonio καινούριο ποδήλατο, οι δρόμοι, οι συνωστισμένες από άπορους πολυκατοικίες, όπου ο Antonio και ο γιος του ψάχνουν απεγνωσμένα για το κλεμμένο ποδήλατο και το εστιατόριο όπου μια πλούσια οικογένεια καταβροχθίζει ένα λουκούλλειο γεύμα, ενώ πατέρας και γιος διασκεδάζουν την πείνα τους με ένα λιτό μενού στο διπλανό τραπέζι. Για έναν από τους μεγαλύτερους διανοητές του χώρου, τον Andre Bazin, το «Ladri di Biciclette» στέκεται σαν το λαμπρότερο διαμάντι ενός είδους που ο ίδιος αναγνωρίζει ως το μοναδικό, αγνό, αληθινό είδος κινηματογράφου, και ο οποίος στις δημοσιεύσεις του γύρω από τη γενεαλογία και την πραγματική φύση του σινεμά, υμνεί τον De Sica για το μοναδικό κατόρθωμά του: τη δημιουργία μίας ταινίας στην οποία η πραγματικότητα απεικονίζεται ανόθευτη, προστατευμένη από όποια αλλοίωση θα επέφερε η προσθήκη τοποθετήσεων και ιδεολογιών. Για τον Bazin, το μοντάζ, το mise-en-scene και οι επιτηδευμένες σκηνοθετικές τεχνικές αποτελούν τις παιδικές αρρώστιες του σινεμά. Το κατά πόσο όμως, ο De Sica, ή οποιοσδήποτε άλλος, το κατάφερε και το αν αυτός είναι όντως ο προορισμός της τέχνης, χωράει εκτενή συζήτηση, καθώς η ταινία αποτελεί ένα φόρο τιμής στο προλεταριάτο, γεγονός που περιέργως αγνοείται από επιφανή πνεύματα, όπως του Bazin. Ο ρεαλιστικός κινηματογράφος είναι η πιο απίθανη Ουτοπία, γιατί πίσω απ’ την κάμερα κάθεται ένας ανθρώπινος νους. Όπως έλεγε ο Godard, ο τρόπος με τον οποίο στήνεις το πλάνο, το τι διαλέγεις να δείξεις και το τι αφήνεις απ’ έξω, όλα είναι μία πολιτική πράξη.



 Ο Αντόνιο Ρίτσι, άνεργος εργάτης, βρίσκει επιτέλους δουλειά ως τοιχοκολλητής στο δήμο, αλλά πρέπει να διαθέτει ποδήλατο, κι αυτός το δικό του το 'χει βάλει ενέχυρο. Όταν με χίλια ζόρια το ξαναπαίρνει, κάποιος του το κλέβει σχεδόν αμέσως. Ο φίλος του, Μπαγιόκο, ο οδοκαθαριστής, τον συνοδεύει πρώτα στην αγορά μεταχειρισμένων ποδηλάτων στην Πιάτσα Βιτόριο, κι ύστερα στην Πόρτα Πορτέζε. Εκεί, ο Αντόνιο κι ο μικρός γιος του, Μπρούνο (που, για να βοηθήσει την οικογένεια, δουλεύει σ' ένα βενζινάδικο), ανακαλύπτουν τον κλέφτη και τον παίρνουν από πίσω ολημερίς, διασχίζοντας τις λαϊκές συνοικίες της Ρώμης. Σε μια μνημειώδους απλότητας και ποιητικής ρώμης  σκηνή, πατέρας και γιος κάθονται να φάνε σε ένα μαγειρείο. Εκεί υπό τους ήχους της λαϊκής ορχήστρας και με το στομάχι γεμάτο η αισιοδοξία επιστρέφει. Ο μικρός Μπρούνο πίνει κρασί. Μοιάζει να έχει ενηλικιωθεί μέσα σε μία μόλις ημέρα. Ωστόσο, το όνειρο διακόπτεται, όταν ξαναρχίζει η περιπλάνηση.
 Ο De Sica εικονογραφεί αυτή την αυθεντική φέτα ζωής  κατορθώνοντας να την αποδεσμεύσει από τα ρεαλιστικά  και χωροχρονικά χαρακτηριστικά της  και να την εξυψώσει στο επίπεδο της ουμανιστικής  αλληγορίας. Ο ταπεινός εργάτης δεν αναζητά μόνο το κλεμμένο του ποδήλατο αλλά κυρίως τη χαμένη του αξιοπρέπεια και ισορροπία, το σεβασμό και όχι τον οίκτο του γιου του και εντέλει τη θέση του μέσα σε μια αφιλόξενη , αδιάφορη και εχθρική κοινωνία. Χρησιμοποιώντας αποκλειστικά ερασιτέχνες ηθοποιούς (ο πρωταγωνιστής ήταν ένας φτωχός εργάτης ) και με μια πρωτοποριακή για την εποχή κινηματογράφηση (Όπως είπε ο Όρσον Γουέλς, "ο Ντε Σίκα κατάφερε κάτι αδιανόητο: εξαφάνισε την κάμερα") δημιούργησε το κορυφαίο αριστούργημα του νεορεαλισμού και μια από τις καλύτερες ταινίες στην ιστορία του σινεμά . Άλλωστε το 1958 στις Βρυξέλλες  117 κριτικοί απ’ όλο τον κόσμο την κατέταξαν στη δεύτερη θέση (πίσω φυσικά από τον «Πολίτη Καίην») στη σειρά των σημαντικότερων ταινιών, που είχαν γυριστεί μέχρι τότε. Σύμφωνα με τον Cesare Zavattini , θεωρητικό του νεορεαλισμού και μόνιμο συνεργάτη του De Sica «Ότι συμβαίνει γύρω μας, ακόμα και τα πιο κοινά πράγματα που βλέπει κανείς στο δρόμο, έχει  κάποιο νόημα, έχει μια σημασία κοινωνική, ανθρωπιστική και δραματική και μπορεί να ανακινήσει μεγάλα προβλήματα που παίρνουν μια θέση δίπλα στα κοντινά ή μακρινά σοβαρά γεγονότα»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου