Κυριακή, 30 Απριλίου 2017

Η γκέισα και ο σαμουράι/Rashômon (1950) του Akira Kurosawa

 Αποτέλεσμα εικόνας για Rashômon (1950)
O ROGER EBERT ΓΙΑ ΤΟ ΡΑΣΟΜΟΝ
Το «Ρασομόν» (1950) χτύπησε τον κινηματογραφικό κόσμο σαν κεραυνός εν αιθρία. Σκηνοθετημένο από τον Κουροσάουα τα πρώτα χρόνια της καριέρας του, πριν ακόμη καταξιωθεί ως μεγάλος δημιουργός, χρηματοδοτήθηκε διστακτικά από ένα μικρό γιαπωνέζικο στούντιο. 

Ο διευθυντής του στούντιο ήταν τόσο δυσαρεστημένος με το αποτέλεσμα που έβγαλε το όνομά του από τους τίτλους της ταινίας. Στη συνέχεια, η ταινία κέρδισε τον Χρυσό Λέοντα στο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ της Βενετίας, ανοίγοντας δρόμο για το γιαπωνέζικο σινεμά στην Ευρώπη. Κέρδισε το Όσκαρ καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας. Έκανε ρεκόρ εισπράξεων για υποτιτλισμένη ταινία. Ο ίδιος του ο τίτλος ενσωματώθηκε στην αγγλική γλώσσα γιατί εκφράζει κάτι το οποίο δεν υπάρχει καλύτερη λέξη να το υποκαταστήσει.
Κατά μια έννοια, το «Ρασομόν» είναι θύμα της ίδιας του της επιτυχίας, όπως γράφει ο Στιούαρτ Γκάλμπρεϊθ ο Τέταρτος στο «Ο Αυτοκράτορας κι ο Λύκος», την αναλυτική του μελέτη για τη ζωή και το έργο του Κουροσάουα και του αγαπημένου του ηθοποιού, Τοσίρο Μιφούνε. Όταν κυκλοφόρησε η ταινία, σημειώνει, κανείς δεν είχε δει κάτι παρόμοιο. Ήταν η πρώτη φορά στον κινηματογράφο που χρησιμοποιούνταν αναδρομές στο παρελθόν (φλας μπακ) διαφωνώντας σχετικά με τη δράση στην οποία ανέτρεχαν. Το κοινό δεχόταν μαρτυρίες σε πρώτο πρόσωπο, οι οποίες διέφεραν ριζικά μεταξύ τους – και μάλιστα μια από αυτές ερχόταν μέσα από τον τάφο. Το φιλμ έκλεινε με τρεις ανθρώπους να ομολογούν για τον ίδιο φόνο και καμιά λύση.
Από το 1950, ο βασικός μηχανισμός του «Ρασομόν» έχει χρησιμοποιηθεί επανειλημμένα: ο Γκάλμπρεϊθ παραθέτει το «Τίμημα του Θάρρους» και φυσικά τους «Συνήθεις Υπόπτους», υπό την έννοια ότι μας δείχνει φλας μπακ που δε συμφωνούν με κάποια αντικειμενική πραγματικότητα. Επειδή βλέπουμε τα γεγονότα σε φλας μπακ, υποθέτουμε ότι αντικατοπτρίζουν την αλήθεια. Αυτό που αντικατοπτρίζουν είναι μια άποψη, η οποία πολλές φορές μπορεί και να είναι το αποτέλεσμα ενός ψέματος. Τα έξυπνα φιλμ το ξέρουν αυτό, τα λιγότερα φιλόδοξα όχι. Πολλές ταινίες που χρησιμοποιούν μια αναδρομή στο παρελθόν μόνο και μόνο για να εμπλουτίσουν τις πληροφορίες διακρίνονται από τεμπελιά. Η ιδιοφυΐα του «Ρασομόν» έγκειται στο ότι όλα τα φλας μπακ είναι ταυτόχρονα αληθινά και ψεύτικα. Αληθινά, ως προς το ότι παρουσιάζουν ένα ακριβές πορτρέτο του τι θεωρεί κάθε μάρτυρας πως συνέβη. Ψεύτικα, γιατί – όπως παρατηρεί και ο Κουροσάουα στην αυτοβιογραφία του: «Οι άνθρωποι είναι ανίκανοι να είναι ειλικρινείς με τον εαυτό τους για τον εαυτό τους. Δεν μπορούν να μιλήσουν για τον εαυτό τους χωρίς να εξωραΐσουν την κατάσταση».
Το θαύμα του «Ρασομόν» είναι ότι, ενώ το κρυφτό αλήθειας και μνήμης συνεχίζεται, εμείς προσηλωνόμαστε σε αυτό που θεωρούμε ότι είναι μια ιστορία εν εξελίξει. Ο μηχανισμός της ταινίας είναι η πίστη μας ότι τελικά θα φτάσουμε στην αλήθεια των πραγμάτων – παρόλο που ο ξυλοκόπος στο ξέφωτο μας λέει ότι δεν καταλαβαίνει κι ενώ ένας αυτόπτης μάρτυρας που άκουσε τις μαρτυρίες των τριών συμμετεχόντων επίσης δεν καταλαβαίνει, γιατί περιμένει να καταλάβουμε εμείς.
Η ταινία ξεκινά με καταρρακτώδη βροχή και πέντε λήψεις, από μακρινά σε κοντινά πλάνα για να μας αποκαλύψουν δύο άντρες που κάθονται στην Πύλη του Ρασομόν. Η βροχή αποτελεί λειτουργικό εύρημα, καθώς διαχωρίζει, χωρίς πιθανότητα λάθους, το παρόν από το παρελθόν. Οι δύο άντρες είναι ένας ιερέας κι ένας ξυλοκόπος. Όταν ένας χωρικός πλησιάζει προκειμένου να προστατευθεί από τη βροχή και συμμετέχει στη συζήτησή τους, μαθαίνει ότι ένας σαμουράι δολοφονήθηκε, η σύζυγός του βιάστηκε και ένας τοπικός ληστής είναι ύποπτος. Καθώς λένε στον χωρικό όσα γνωρίζουν, ο ξυλοκόπος κι ο παπάς θα χρησιμοποιήσουν φλας μπακ στα οποία ο ληστής, η σύζυγος και ο ξυλοκόπος λένε αυτά που είδαν ή αυτά που νομίζουν ότι είδαν – και στη συνέχεια ένα μέντιουμ εντοπίζει το πνεύμα του νεκρού σαμουράι. Ενώ οι ιστορίες είναι σε πλήρη ασυμφωνία, είναι απίθανο κάποιος από τους συμμετέχοντες να λέει ψέματα για προσωπικό συμφέρον, αφού και οι τρεις ισχυρίζονται ότι είναι οι δολοφόνοι.
Το σενάριο του Κουροσάουα ωστόσο, δεν είναι μόνο το έδαφος στο οποίο ταξιδεύει η ταινία. Το αληθινό δώρο του «Ρασομόν» βρίσκεται στα συναισθήματα και την εικαστική απεικόνιση. Ο φωτογράφος Καζούο Μιγιαγκάουα προκαλεί την ένταση, με το φως και τις σκιές του ημιτροπικού δάσους. […]
Οι κάμερες λειτουργούν με μια αξιοθαύμαστη κυριολεξία και καταγράφουν πιστά ότι καταγράφουν. Επειδή συνήθως στρέφονται προς πραγματικά αντικείμενα, τείνουμε να πιστέψουμε αυτό που βλέπουμε. Το μήνυμα του «Ρασομόν» είναι ότι πρέπει να αμφιβάλουμε ακόμη και γι’ αυτά που νομίζουμε ότι είδαμε. Αυτή η αρχή είναι κεντρική στη φιλοσοφία του Κουροσάουα.
Roger Ebert, εφημερίδα Cicago Sun-Times, 1998

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου