Δευτέρα, 11 Σεπτεμβρίου 2017

Αυτοί που έμειναν ζωντανοί / Paisà (1946) του Roberto Rossellini

paisa-poster
Αν κάποιος δει την ταινία χωρίς να γνωρίζει ότι πρόκειται για νεορεαλιστικό αριστούργημα, σίγουρα θα απογοητευτεί: πλάνα αρχείου από την αμερικανική εκστρατεία στην Ιταλία, μουσική χολιγουντιανού στιλ, κακοί ηθοποιοί που φωνάζοντας δυνατά και άγρια δίνουν στρατιωτικές διαταγές. Μόνο στο τέλος του πρώτου από τα έξι ανεξάρτητα επεισόδια φαίνεται καθαρά η μαγεία του αυτοσχεδιασμού του Rossellini. Ένας στρατιώτης πέφτει νεκρός από σφαίρα καθώς αφηγείται την ιστορία της ζωής του κι εμείς βλέπουμε τον νεκρό σύντροφο του που σκοτώθηκε από τous Γερμανούς και εγκαταλείφθηκε από τους στρατιώτες του.  

Αυτό το χρονικό του 1943-46 χαρακτηρίζεται από απόγνωση, βιαιότητα και ασυνεν­νοησία σε όλα τα επίπεδα. Ένας Αμερικανός δεν αντιλαμβάνεται ότι μια πόρνη είναι η γυναίκα που είχε αγαπήσει πριν από έξι μήνες, ένας αλητάκος γίνεται φίλος με έναν μαύρο μεθυσμένο στρατιώτη και του κλέβει τα παπούτσια τη στιγμή που τον παίρνει ο ύπνος και η τελευ­ταία εικόνα της ταινίας, αλησμόνητα σκοτεινή, παρουσιάζει την εκτέλεση μιας ομάδας ανταρτών.
Ο Rossellini προκειμένου να παρουσιάσει τη διαδοχή των γεγονότων οργανώνει τη δο­μή βασισμένη σε ελλειπτικές υποθέσεις, διαλόγους σε διάφορες γλώσσες και στην παρου­σίαση της φρίκης. To Αυτοί που έμειναν ζωντανοί εντάσσει στοιχεία της προσωπικής ζωής στον εφιάλτη του πολέμου.

πηγή: 1001 ΤΑΙΝΙΕΣ ΠΟΥ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΔΕΙΤΕ, εκδόσεις Κοχλίας

Οι θεωρίες του Ροσελίνι αρνιόν­ταν σχεδόν την σκηνοθεσία, απόρριπταν τον Μελιές και πραγματο­ποιούσαν μια επιστροφή στον Λυμιέρ. Εφαρμόστηκαν ιδιαίτε­ρα στο αριστούργημα του «Παϊζά».
Αυτή η σειρά από κινηματογραφικές νουβέλες, πού εξιστορούσε έξι στάδια τής ιταλικής απελευθέρωσης, αρνήθηκε το στούντιο, τα κουστούμια, τους ηθοποιούς, και σχεδόν το σενάριο. Μια δημοσιογραφική έρευνα πρόσφερε στο σκηνοθέτη τα στοιχεία των δραμάτων του. Στρατολογούσε τους ερμηνευτές του απ’ το δρόμοτους πρότεινε ένα διάλογο, αλλά τους ζητούσε να δώ­σουν σ’ αυτόν την οριστική μορφή του, χρησιμοποιώντας το συ­νηθισμένο τους λεξιλόγιο. Οι ερμηνευτές αυτοί ανασύσταιναν έτσι ένα επεισόδιο τής ίδιας της ζωής τους. Παρτιζάνοι, «σιούσια», G.I. ή καλόγηροι είχαν παρθεί απ’ ευθείας απ’ τους στρατώνες, τους δρόμους ή τα μοναστήρια… Η μέθοδος δεναπόκλειε την αναζήτηση και την σκηνοθε­τική φροντίδα. Εξήγησαν τότε τις μεθόδους του «νεορεαλισμού» με την ένδεια των μέσων, όπου βρισκόταν τότε ένα μέρος της ιτα­λικής παραγωγής. Αλλά η λιτότητα ήταν επιφανειακή. Η «Παϊ­ζά» που χρησιμοποίησε μεγάλες, πιστώσεις, στοίχισε περισσότερο από όποια άλλη Ιταλική ταινία γυρισμένη το 1946. Η φαινομενι­κή περιφρόνηση της «ωραίας φωτογραφίας» ήταν στην πραγμα­τικότητα μια έπακρη εκλέπτυνση στην εικονοληψία …
 H «Παϊζά» ήταν μια σπαρακτική διαμαρτυρία κατά του πο­λέμου, ένας ύμνος σ’ ένα περήφανο λαό, ένα κατηγορητήριο κατά των κατακτητών, μια διαμαρτυρία εναντίον ορισμένων «απελευ­θερωτών» στρατηγών, που είχαν αφήσει τους παρτιζάνους και τους στρατιώτες τους να σφαχτούν στους βάλτους της Πάδουας. Η ταινία ήταν επική επειδή δεν περιοριζόταν στο χρονικό και εξέφραζε τη λαϊκή ψυχή.
Πηγή: GEORGES SADOUL ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΤΕΧΝΗΣ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ , εκδοτικός Οίκος Γ. Φέξη

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου