Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Το προξενιό της Αννας(1972)του Παντελή Βούλγαρη



Σχετική εικόνα 
Η Άννα (Άννα Βαγενά), ψυχοκόρη μιας αθηναϊκής οικογένειας μικροαστών, προορίζεται για νύφη του συντοπίτη της Κοσμά (Σταύρος Καλάρογλου). Συναντιούνται και περνούν μαζί την Κυριακή τους. Τα αφεντικά τής Άννας (Σμαρώ Βεάκη και Κώστας Ρηγόπουλος), προκειμένου να μη χάσουν τις υπηρεσίες της, αλλάζουν γνώμη, ασκώντας της ψυχολογική πίεση. Η Άννα ξαναγυρίζει στη μίζερη ζωή της. Ο Βούλγαρης σχολιάζει με οξύτητα τις σχέσεις υποταγής και εξουσίας, αναλύοντας τον μικροαστικό περίγυρο των αρχών της δεκαετίας του ’70.

ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ

1972. Σκηνοθεσία: Παντελής Βούλγαρης. Σενάριο: Μένης Κουμανταρέας, Παντελής Βούλγαρης. Ηθοποιοί: Αννα Βαγενά, Σμαρώ Βεάκη, Κώστας Ρηγόπουλος, Σταύρος Καλάρογλου, Αλίκη Ζωγράφου. Διάρκεια: 82 λεπτά.

«Το προξενιό της Αννας» του Παντελή Βούλγαρη είναι μια ταινία που, μαζί με την «Αναπαράσταση» του Αγγελόπουλου και την «Ευδοκία» του Δαμιανού, παραμένει ανάμεσα στις πιο σημαντικές ελληνικές ταινίες που γυρίστηκαν στην περίοδο της δικτατορίας και που άνοιξαν νέους ορίζοντες στον μέχρι τότε αμφιταλαντευόμενο κινηματογράφο μας. Η ιστορία της ταινίας εκτυλίσσεται βασικά στο σπίτι μιας μικροαστικής οικογένειας, το καλοκαίρι του 1972. Η κυρά του σπιτιού (μιας μονοκατοικίας με τη δική της αυλή) είναι μια γριά που ζει μόνη της με την Αννα, την υπηρέτρια-ψυχοκόρη της. Η ιστορία αρχίζει ένα κυριακάτικο πρωινό, όταν στο σπίτι έρχονται οι παντρεμένες κόρες και οι γαμπροί της γριάς, μαζί κι η αδερφή της με τον άντρα της. Στην κουβέντα τους μαθαίνουμε πως έχουν κιόλας ετοιμάσει ένα προξενιό για την Αννα κι ότι ο υποψήφιος γαμπρός πρόκειται να έρθει το απόγευμα να τη γνωρίσει. Η έξοδος της Αννας με το νεαρό τής ανοίγει νέους ορίζοντες, την κάνει να αισθανθεί πραγματικός άνθρωπος και να ελπίσει σε μια νέα, δική της ζωή, συνειδητοποιώντας ταυτόχρονα τη θέση της ως υπηρέτρια.

Η ελπίδα ενός γάμου που θα τη «λυτρώσει» δίνει στην Αννα, τουλάχιστο για λίγο, τη δύναμη που χρειάζεται για να εξεγερθεί, για να σταθεί απέναντι στα αφεντικά της ως άνθρωπος ίσος μ' αυτούς. Η εξέγερσή της τούς τρομάζει, τους κάνει να οπισθοχωρήσουν έντρομοι και τελικά να επέμβουν για να διαλύσουν ένα προξενιό που βάζει σε κίνδυνο το δικό τους τρόπο ζωής. Η κυρά της θα κάνει την άρρωστη, ο ένας από τους γαμπρούς θα της ανοίξει την καρδιά του, θυμίζοντάς της τήν ευγνωμοσύνη που οφείλει σ' αυτούς· κι όταν τ' άλλα αποτύχουν, καλούν τη μητέρα της από το χωριό για να τη συνεφέρει. Με αποτέλεσμα η Αννα, τελικά, να υποχωρήσει.

Ο Βούλγαρης αφηγείται απλά και με άνεση την ιστορία του, χρησιμοποιώντας το φακό του για να περιγράψει με κάθε λεπτομέρεια το χώρο, τα αντικείμενα, τα ντεκόρ, τις απλές και φαινομενικά ασήμαντες πράξεις και κινήσεις των προσώπων, που μας αποκαλύπτουν την όλη ψυχολογία τους: η Αννα που πάει στην εκκλησία για την κυριακάτικη λειτουργία, αντίθετα με τ' αφεντικά της που την ακούν από το ραδιόφωνο (ο ρόλος της θρησκείας στην απλή και καταπιεσμένη επαρχιώτισσα), η Αννα που κοιτάζεται φευγαλέα στον καθρέφτη, ανακαλύπτοντας το γυμνό σώμα της, ένας από την οικογένεια που κινηματογραφεί το κυριακάτικο μάζεμα, οι κόρες της γριάς που ενδιαφέρονται για την εμφάνισή τους, ο σεξουαλικά πεινασμένος γαμπρός που ζητεί από την ανιψιά να κάνει στροφή για να σηκωθεί η μίνι-φούστα της ή που τρέχει στο δωμάτιο της Αννας όταν μαθαίνει πως αυτή γδύνεται.

Η ιεροτελεστία της κυριακάτικης σύναξης στην αυλή του σπιτιού δίνεται με όλες τις λεπτομέρειες, με τη ρεαλιστική καταγραφή των μυθιστορημάτων του 19ου αιώνα, με τον Βούλγαρη να εμπνέεται από τον ιταλικό ρεαλισμό, τόσο εκείνον των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων όσο και τον κατοπινό, για να καταγράψει το κλίμα της απραξίας, της αποχαύνωσης και της ανίας, με μια λεπτή ειρωνική ματιά που συναντάμε στις μικρού μήκους ταινίες του («Ο κλέφτης», «Τζίμης ο τίγρης»). Ενώ ο διάλογος, με τις καθημερινές φράσεις του, συντείνει στον καθορισμό και την κοινωνική αλλά και πολιτική ένταξη των χαρακτήρων: την απολιτικότητα των αστών, από τη μία, τα όνειρα και τις ελπίδες των απλών ανθρώπων του λαού (της Αννας και του υποψήφιου γαμπρού) από την άλλη.

Γυρισμένη στην περίοδο της δικτατορίας, η ιστορία αυτή της Αννας και των προσπαθειών της να ξεφύγει από τον ασφυκτικό κλοιό της αστικής τάξης, που την καταπιέζει και την πνίγει, μπορεί να διαβαστεί και σαν αλληγορία για την κοινωνική και πολιτική καταπίεση στη διάρκεια της στρατιωτικής δικτατορίας. Ενα πολιτικό σχόλιο δοσμένο μέσα από μισόλογα, που διαβάζεται μέσα και πίσω από τις εικόνες (στην ατμοσφαιρική φωτογραφία του Νίκου Καβουκίδη), έτσι που η φράση της μάνας προς την Αννα, στην τελευταία σκηνή της ταινίας, «κάνε υπομονή για άλλα δυο χρόνια», να παίρνει αξία προφητική, για ένα λαό που ακριβώς δυο χρόνια αργότερα κατάφερε ν' απαλλαγεί από τη χούντα...





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου