Κυριακή, 26 Νοεμβρίου 2017

«Το τελευταίο σημείωμα» (2017) του Παντελή Βούλγαρη

Αποτέλεσμα εικόνας για Το τελευταίο σημείωμα
Ο Παντελής Βούλγαρης αποτελεί, χωρίς αμφιβολία ,ένας από τους στυλοβάτες της γέννησης του Νεότερου Ελληνικού κινηματογράφου  στην δεκαετία του 70 μαζί με τον Αγγελόπουλο ,τον Παναγιωτόπουλο και τον Τάσσιο .Οι ταινίες του διαπνέονται από δυνατά συναισθήματα και μια εγκαρδιότητα στην παρουσίαση των ηρώων του και των φαινομενικά απλών ιστοριών τους. Το κινηματογραφικό του στυλ ,μελετημένο και υπαινικτικό ,είναι ταυτόχρονα οικείο και απόμακρο . Οι οξείες του παρατηρήσεις πάνω στις μικρο-συμπεριφορές της καθημερινής ζωής είναι έντονα ανθρωπιστικές και απηχούν την ανθρώπινη μοναξιά ,την επιθυμία για ελευθερία ,την επίγνωση του χαμένου χρόνου. Παράλληλα απεικονίζει με πάθος το συχνά ευμετάβλητο κοινωνικό, ιστορικό και πολιτικό τοπίο της σύγχρονης Ελλάδας και αφηγείται τεκμηριωμένα ,με ευαισθησία και διαύγεια τον αγώνα απλών πολιτών που βρίσκονται αντιμέτωποι με εξαιρετικές καταστάσεις. Το κυρίαρχο στοιχείο που διατρέχει την εύφορη περιοχή του έργου του είναι η ουμανιστική ματιά που ρίχνει πάνω στην πραγματικότητα μιας χώρας, μια πόλης, αλλά και πάνω στο μικρό τοπίο των ανθρώπων, άλλοτε μοναχικό, τρυφερό και αδιέξοδο , άλλοτε εγκλωβισμένο, θυμωμένο και πυρακτωμένο.

 Ο Παντελής Βούλγαρης εκκινεί την φιλμογραφία του με τις μικρού μήκους «Κλέφτης» και «Τζίμης ο Τίγρης» (1965-’66), και αμέσως αποσπά την προσοχή του κοινού, και καταπλήσσει με το «Προξενιό της Άννας» (1972), ένα θαυμάσιο πορτρέτο μιας λαϊκής κοπέλας σε μια απατηλά απλή, αλά Flaubert ιστορία. Η ψυχοκόρη Άννα ετοιμάζεται από τη μικροαστική οικογένεια για γάμο, αλλά τελικά «φυλακίζεται». Η βούληση συντριβής της ψυχής ενός ανθρώπου από την «εξουσία» εκτίθεται ρεαλιστικά, αλλά είναι ανοιχτή στο ποιητικό διφορούμενο, δηλαδή στη μεταφορά. Τα μουσικά και συμβολικά στοιχεία επικρατούν στον «Μεγάλο ερωτικό» (1973) ,αυτό το άγνωστο πετράδι, ντοκιμαντέρ και ελεύθερες εικόνες πάνω στον αριστουργηματικό κύκλο τραγουδιών του Μάνου Χατζιδάκι. Η αδιαφορία του νεανικού κοινού απέναντι σ' αυτή την ποιητική, εκτός κλίματος της εποχής ταινία δεν αποθάρρυνε τον Βούλγαρη, που απεικόνισε με την ίδια μουσική και ποιητική αφαιρετικότητα και με βαθιά ειρωνεία έναν τόπο εξορίας και εξουθένωσης του ανθρώπου. Το «Χάππυ Νταίη» (1976) είναι η μετωνυμική σκηνή μαρτυρίου του λαού, αλλοτρίωση και τραγική ομορφιά μαζί. Μια θεμελιώδης ταινία.
Στον «Ελευθέριο Βενιζέλο» (1980) παρουσιάζει μια ψύχραιμη και κατατοπιστική προσωπογραφία ενός από τους σημαντικότερους ηγέτες στην ιστορία της Ελλάδας, αφηγείται τα έργα και τις ημέρες του από το 1910 έως το 1927, απαλλαγμένα από συναισθηματικές και μικροπολιτικές εντάσεις.
Στα «Τα πέτρινα χρόνια» (1985) διηγείται με ματιά  ανθρωποκεντρική και ελεγειακή την απίστευτη και αυθεντική αισθηματική-πολιτική οδύσσεια ενός ζευγαριού «αριστερών» που έμειναν συνεχώς χωρισμένοι από τις φυλακίσεις για ατελείωτα χρόνια.
Στη « Φανέλα με το 9» (1988) αφηγείται την άνοδο και τη πτώση ενός αστεριού του ποδοσφαίρου, που κάνει μια θεαματική εμφάνιση κι ύστερα εξαφανίζεται το ίδιο γρήγορα .
Στην συνέχεια χωρίς να μετακινηθεί αισθητικά και συναισθηματικά  σχεδίασε με γλύκα και θέρμη τις συναντήσεις μοναχικών προσώπων στην άδεια, καλοκαιρινή Αθήνα «[Ήσυχες μέρες του Αυγούστου» (1991) ]  την εξωραϊσμένη και μυθοποιημένη μνήμη της επιθεώρησης[ «Ακροπόλ» (1995)] και μεταιχμιακές ιστορίες σημερινών ανθρώπων [Όλα είναι δρόμος (1998)].
Το 2004 ολοκλήρωσε το φιλόδοξο διεθνές εγχείρημα των «Νυμφών», το οποίο προετοίμαζε από το 1999 . Η εικόνα των 700 νυφών που σαλπάρουν ασυνόδευτες στις ΗΠΑ για να συναντήσουν τους μέλλοντες συζύγους τους είναι συγκλονιστική.
Το 2009 είναι η σειρά της ταινίας για τον ελληνικό εμφύλιο «Ψυχή βαθιά». Εδώ η ιδέα της εθνικής συμφιλίωσης πρωταγωνιστεί σε μια ακόμη ταινία του σκηνοθέτη.
Στην «Μικρή Αγγλία» (2013) στο ασφυκτικό κοινωνικοοικονομικό πλαίσιο της Άνδρου του ’30, οι ερωτικές επιθυμίες θυσιάζονται στο βωμό του συμφέροντος.
Η νέα ταινία του βετεράνου δημιουργού «Το τελευταίο σημείωμα», είναι ταυτόχρονα ιστορία και μυθοπλασία. Πρόκειται για ένα κινηματογραφικό «σημείωμα» μνήμης, σεμνότητας και αναστοχασμού.
Εδώ ο καταξιωμένος Έλληνας σκηνοθέτης καταπιάνεται με μια από τις πιο γνωστές σελίδες της πρόσφατης ελληνικής ιστορίας, την εκτέλεση από τους Γερμανούς κατακτητές 200 αγωνιστών την 1η Μαΐου 1944 στην Καισαριανή, ως αντίποινα για τη δράση της ελληνικής αντίστασης. Κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας είναι ο 34χρονος Ναπολέων Σουκατζίδης (Ανδρέας Κωνσταντίνου), Κρητικός μικρασιατικής καταγωγής, αγωνιστής του λαϊκού κινήματος και κρατούμενος σε εξορίες και φυλακές από το 1936. Την περίοδο της φυλακής του στο Χαϊδάρι, εκτελούσε χρέη διερμηνέα του Γερμανού Διοικητή του στρατοπέδου, Καρλ Φίσερ. Ο Σουκατζίδης είναι στη λίστα των 200 μελλοθάνατων. Την ημέρα της εκτέλεσης βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλλημα ζωής, όταν ο Φίσερ, που μέσα στα χρόνια ανέπτυξε σεβασμό για τον Έλληνα διερμηνέα, του δίνει τη δυνατότητα να εξαιρεθεί βάζοντας στη θέση του ως διακοσιοστό άλλον.
Ο  Βούλγαρης, με την ευαίσθητη ματιά του και γνώση της Ιστορίας, καταγράφει τόσο τα δεινά της χώρας από τους Ναζί, όσο και τις σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στη φυλακή ανάμεσα στους κρατούμενους, αφήνοντας νύξεις για τις συγκρούσεις που αναπόφευκτα οδήγησαν στον Εμφύλιο. Κρατώντας σωστές ισορροπίες και χωρίς ποτέ να γίνεται στομφώδης , παρά το γεγονός ότι πραγματεύεται μια ιστορία σπάνιας ανδρείας και ηρωισμού, στέκεται στο δράμα του ανθρώπου που συνθλίβεται κάτω από το βάρος των γεγονότων , αλλά παρόλα αυτά έχει ακόμα τη δύναμη να επιλέξει την αξιοπρέπεια.
Με μια εξαίσια σκηνή όπου οι μελλοθάνατοι γλεντούν όλη τη νύχτα υπό τους ήχους κρητικής λύρας, ο Βούλγαρης σκιαγραφεί ρωμαλέα την εικόνα ενός κοινωνικού συνόλου που ομαδικά αψηφά τον φόβο του θανάτου και αγωνίζεται μέχρι τελικής πτώσεως για την ελευθερία του, υπενθυμίζοντας την ιστορία του τόπου μας, χωρίς μελοδραματισμούς και ενθικοπατριωτικές εξάρσεις.
Ο Βούλγαρης ενσαρκώνει παλλόμενους χαρακτήρες με σάρκα και οστά και όχι ξύλινα σύμβολα.  Η γεμάτη αγωνία και ζεστασιά ματιά  του πάνω στην κοινωνία και τους ανθρώπους, πάνω στις καθημερινές συνήθειες και χειρονομίες, σε ό,τι δηλαδή ονομάζουμε πραγματικό, μετουσιώνεται  εντατικά σε γνήσια συγκίνηση. Η ταινία τελικά κατακτά συναισθηματικά τον θεατή με την ευαισθησία , την δύναμη, την ειλικρίνεια, τη διαύγεια και τις εξαιρετικές ερμηνείες της.
Πηγές: «Η συνοπτική ιστορία του Ελληνικού  κινηματογράφου» Γ. Μπακογιαννόπουλος

«ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΗΣ» Έκδοση Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης 2002

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου