Σάββατο, 23 Δεκεμβρίου 2017

Είμαι ο Έρωτας/ Io sono l'amore (2009) του Luca Guadagnino



Η ταινία io Sono l’ Amore (2009) (Είμαι ο Έρωτας) του Ιταλού Λούκα Γκουντανίνο είναι:
  • Η κομψή γοητεία μιας οικογένειας της υψηλής μπουρζουαζίας του Μιλάνου σε ευθεία σύγκρουση με την απελευθερωτική δύναμη του έρωτα.
  • Το σταυροδρόμι της ζωής του κάθε μέλους της οικογένειας και ο δρόμος που επιλέγει.
  • Η άρνηση των αλλαγών που συμβαίνουν στη ζωή κάποιων μελών της και οι τραγικές συνέπειες αυτής της άρνησης.
  • Οι μεγάλες ψυχικές μάχες της ηρωίδας που περνούν μέσα από δραματικά γεγονότα.
Μας θυμίζει την μεταιχμιακή φύση των καιρών που ζούμε, όπου καλούμαστε να επιλέξουμε αν θα ακολουθήσουμε την ύλη, τα πλούτη ή το ένστικτό μας και την καρδιά μας. Έρωτας ή βόλεμα; Να ακολουθήσουμε τον δύσκολο δρόμο των επιθυμιών μας που έρχεται κόντρα στα υλικά κεκτημένα ή να ξαναβολευτούμε σε ζωές που ορίζουν οι άλλοι για μας; Στη ζωή τα πράγματα υφαίνονται πιο πολύπλοκα.

Όχι μόνο τα πλούτη, αλλά και οι γνώσεις, η σχέση με την τέχνη, η προωθημένη αισθητική μπορούν να δημιουργήσουν μια επίφαση αλήθειας, ένα λούστρο αληθινής ζωής που απέχει τόσο από την αλήθεια όσο και το ψεύδος οποιουδήποτε ανθρώπου που δεν τα διαθέτει όλα αυτά, αλλά και δεν ακολουθεί την καρδιά του, την αλήθεια του. Η εποχή μας είναι μεταιχμιακή: επαναπροσδιορίζονται όλες οι αξίες. Το κατεστημένο κρύβεται παίρνοντας τη μορφή της προόδου. 
Η σινιόρα Έμμα Ρέκι (Τίλντα Σουίντον), ηρωίδα της ταινίας, ρώσικης καταγωγής, σύζυγος Ιταλού μεγαλοβιομήχανου στο Μιλάνο, ζει μια ζωή εξωτερικής κομψότητας με ρούχα απλά και λουσάτα, σε ένα σπίτι του μεσοπολέμου ιδιαίτερης απλότητας, ομορφιάς και υπέρκομψου πλούτου. Υπεραγαπά την κόρη και τους δυο της γιους, έχοντας ιδιαίτερη αδυναμία στον πρωτότοκο. 
Με τον σύζυγό της, σινιόρ Ρέκι, ζει μια διαρκή εξωτερική δραστηριότητα και ασφαλή συγκατάβαση, δίχως να διαφαίνεται η οποιαδήποτε ρωγμή στη σχέση τους. Όλα κυλούν άνετα και αβίαστα.
Ουσιαστικά ο μεγαλοβιομήχανος, ο ίδιος γιος μεγαλοβιομήχανου, φέρει στη φύση του τον πλούτο και θεωρεί αυτό ως υπέρτατη αξία, δίχως να την αμφισβητήσει ποτέ. Η σινιόρα Ρέκι στην ψυχή της κουβαλά άλλα στοιχεία, άλλες αξίες. Παιδί μιας μέσης ρώσικης οικογένειας με κουλτούρα, έπαιξε τέλεια τον ρόλο της συζύγου ενός ζάπλουτου ανθρώπου, νιώθοντας η ίδια ότι τον αγαπάει κι έχοντας κάνει τρία παιδιά μαζί του. Ωστόσο, όταν η καρδιά της σκιρτήσει, με πρώτη αφορμή την αίσθηση της γεύσης, αρχικά αντιστέκεται σε αυτήν.
Η εσωτερική της μεταμόρφωση γίνεται με αριστοτεχνικό τρόπο αισθητή και παικτικά και σεναριακά, μπροστά στην κάμερα, αλλά και ενδυματολογικά και σκηνογραφικά και με τη βοήθεια του make up.
Η καλαισθησία αποτελεί πρόβλημα όταν είναι κενή νοήματος, όταν δεν υπηρετεί την ουσία. Η ομορφιά για την ομορφιά, δηλαδή η μορφή για την μορφή δεν έχει σχέση με την ουσία. 
Η Barbara Alberti, σεναριογράφος της ταινίας io Sono l' Amore.η οποία έμεινε στην ιστορία του Κινηματογράφου για το εξαιρετικό σενάριό της στην ταινία ο Θυρωρός της νύχτας (1974) της Λιλιάνα Καβάνι, απαντά και σε αυτό το θέμα της επιλογής της μορφής για τη μορφή ή την ουσία, μέσα από το σενάριο της ταινίας io Sono l’ Amore και ο Λούκα Γκουντανίνο το επιλέγει για να δημιουργήσει κινηματογράφο, θέτοντας την εξαιρετική του αισθητική στην υπηρεσία της ουσίας. Στην εποχή μας δημιουργούνται ταινίες που δίνουν έμφαση στη φόρμα αλλά στην πλειοψηφία τους είναι κενές νοήματος. Μια ταινία, όπως το io Sono l’ Amore, αποτελεί, ευτυχώς, λαμπρή εξαίρεση, θέτοντας την υψηλή κινηματογραφική αισθητική κυριολεκτικά στην υπηρεσία της ουσίας.
Η ταινία ανήκει στα κλασικά δράματα. Αλλά γιατί τόσο βαρύ δράμα; Ένα βαθιά ριζωμένο σύστημα πλούτου που λειτουργεί για τρεις ολόκληρες γενιές, δεν αλλάζει παρά μόνο ανατρέπεται κυριολεκτικά. Η ηρωίδα δεν έχει τέτοια πρόθεση, αλλά η δύναμη του ενστίκτου και του έρωτα ξεπερνάει κάθε άλλη δύναμη πάνω στη Γη, πόσο μάλλον την ψεύτικη, τεχνητή δύναμη των χρημάτων. Τα χρήματα είναι μια κατασκευή που επινόησε ο άνθρωπος, όπως πολλές άλλες κατασκευές, αλλά της έδωσε ανταλλακτική αξία και από τότε λειτουργεί ως κινητήρια δύναμη και ταυτόχρονα δείκτης της απληστίας μας.

 Ο Λούκα Γκουαντανίνο χρησιμοποιεί στην ταινία κλασική αφήγηση μεν, αλλά στο στυλ αναπαράστασης δεν εστιάζει πάντα στο κέντρο της δράσης αλλά στις «άκρες», στις «γωνίες», στις άλλοτε μικρές κι άλλοτε πολύ σημαντικές λεπτομέρειες. Η γωνία αφήγησης της ταινίας προδίδει το ήθος του βλέμματος του σκηνοθέτη που εμπεριέχει συστολή κι αγάπη για κάθε έναν από τους ήρωες και τους υπηρέτες, για κάθε έναν που εμφανίζεται σ’ αυτήν. Ακολουθεί με την κάμερα την τραγικότητα της άρνησης στις αλλαγές της ζωής από τον γιο και τον σύζυγο.
Αισθητικά ο Λούκα Γκουαντανίνο χρησιμοποιεί πολλά στοιχεία από τον κλασικό πλέον Ιταλικό κινηματογράφο των auteurs Λουκίνο Βισκόντι (η φινέτσα της μπουρζουαζίας) και Μικελάντζελο Αντονιόνι (ειρωνικός σχολιασμός της δυσκολίας και της αποξένωσης στις ερωτικές σχέσεις). Ψάχνει τη φόρμα. H ερωτική σκηνή στον αγρό είναι χαρακτηριστική για το σκηνοθετικό της ψάξιμο με χρήση τηλεφακού. Τα ένστικτα ζωντανεύουν κι ο έρωτας συνδέεται με τη φύση σε μια αληθινά Διονυσιακή σκηνή. 

Ο σκηνοθέτης επιλέγει γωνίες λήψης που αναδεικνύουν και σχολιάζουν την εσωτερική ψυχική κατάσταση των ηρώων. Εδώ η σινιόρα Ρέκι έχει ανακαλύψει το πιο σημαντικό μυστικό για την κόρη της και ο σκηνοθέτης την «τοποθετεί» μπροστά από έναν γοτθικό ναό. Το φυσικό αυτό σκηνικό παραπέμπει στο κατεστημένο, στον Μεσαίωνα, αλλά και στο ψυχικό «αρχιτεκτόνημα». Είναι η στιγμή που η ηρωίδα καλείται από τη ζωή, με αφορμή την επιλογή της κόρης της, να ακολουθήσει το σπάσιμο των νοητικών δεσμών της δικής της ζωής ή να παραμείνει στο γνωστό και αποδεκτό που παρέχει ασφάλεια. Είναι η στιγμή που αρχίζει ο έρωτας να ζωντανεύει μέσα της. 

Στην ταινία γίνεται εξαιρετική χρήση σκηνικών και κοστουμιών για τα οποία είχε προταθεί για Όσκαρ. Η λιτή και καλαίσθητη έπαυλη των Ρέκι, κτίσμα του μεσοπολέμου, με τους ψηλοτάβανους κι ευήλιους χώρους και την λιτή κομψότητα αναδεικνύεται σε ιδανικό σκηνικό όπου θα παιχτεί το δράμα. 
Στους τίτλους αρχής μεταξύ άλλων παρατίθεται και το αλληγορικό πλάνο από κεντρική διασταύρωση της πόλης του Μιλάνου. Έτσι ο σκηνοθέτης κάνει οπτική νύξη του γεγονότος ότι οι ήρωες βρίσκονται σε «σταυροδρόμι» επιλογών ζωής. Και στους τίτλους αλλά και σε σημεία «ανάσες» της αφήγησης ο Γκουαντανίνο χρησιμοποιεί αυτό που εισήγαγε κατά το πρώτο μισό του 20ου αιώνα ο μεγάλος σκηνοθέτης του ρώσικου φορμαλισμού Αϊζενστάιν και δεν είναι άλλο από την παρεμβολή συμβολικών πλάνων ανάμεσα στη δράση, τα οποία εξυπηρετούν αντίστοιχο σκοπό με εκείνον της παρομοίωσης στη λογοτεχνία. Το μοντάζ αυτό ονομάστηκε ατραξιόν, από τον στόχο του που είναι να προσελκύσει το ενδιαφέρον του θεατή, να τον κάνει να σταθεί και να σκεφτεί πάνω στο συμβολισμό της εικόνας. 
Ο Γκουαντανίνο εξηγεί σε συνέντευξή του ότι δημιούργησε τους τίτλους αρχής με βάση την ταινία ο Ρόκο και τ’ αδέρφια του (1960), του Λουκίνο Βισκόντι, ως αναφορά στον μεγάλο Ιταλό σκηνοθέτη και στην κλασικότητα του στυλ της γραμματοσειράς των τίτλων και της εικόνας.

Για τη διαδικασία της δημιουργίας της ταινίας η Σουίντον σε συνέντευξή της περιγράφει με κέφι τις ατέλειωτες συζητήσεις που έκαναν με τον φίλο της από παλιά, Λούκα Γκουαντανίνο, για τον χαρακτήρα που θα έπαιζε. Τελικά η «σινιόρα Ρέκι» προέκυψε μέσα από δημιουργικό παιχνίδι μεταξύ τους. Τον έχτισαν σα να σηκώνουν μικρά κουτάκια που το ένα έγραφε «είναι Ρωσίδα», το άλλο «Αμερικάνα», λέει χαρακτηριστικά στη συνέντευξη η Σουίντον. Τα δημιουργικά έργα προκύπτουν από συνεργασίες που έχουν χαρά και παιχνίδι μεταξύ των συν-δημιουργών.
Άλλος εξαιρετικός ρόλος είναι αυτός της υπηρέτριας Ίντα, που υποδύεται με ευαισθησία και αυθεντικότητα η Maria Paiato. Στην ουσία η Ίντα έχει μεγαλώσει τα παιδιά της οικογένειας Ρέκι και φροντίζει για όλους. Είναι η οικογένεια. Εκείνη την κρατά συναισθηματικά. Εκείνη αγαπά αληθινά το κάθε μέλος αυτής της οικογένειας ξεχωριστά και νοιάζεται γι’ αυτό και ταυτόχρονα κρατά την ενότητα της οικογένειας σιωπηλά, επί της ουσίας. Καθώς σιδερώνει, κοιτάζει βαθιά την σινιόρα Ρέκι, διότι έχει αντιληφθεί ότι κάτι έχει αλλάξει πάνω της. Η σινιόρα Ρέκι έχει ερωτευθεί κι η Ίντα το νιώθει αμέσως.

Η ηρωίδα αναγκάζεται να αλλάξει όλες τις συνήθειές της όταν πηγαίνει σε μια ξένη χώρα, την Ιταλία και αφήνει τη Ρωσία. Με τον πρώτο της γιο μιλάνε ρώσικα αλλά στο επόμενο παιδί, στην κόρη, που την υποδύεται εξαιρετικά η Alba Rohrwacher, έχει πια γίνει Ιταλίδα κι έχει αφήσει στη λήθη τα πρώτα 20 χρόνια της ζωής της.
Η Σουίντον παίζοντας την Έμμα Ρέκι χρειάστηκε να μάθει Ιταλικά και Ρώσικα, γλώσσες που δεν γνώριζε καθόλου μέχρι τότε. Παίζοντας σε δυο ξένες, από τη δική της, γλώσσες σχολιάζει ότι δεν μπόρεσε να αυτοσχεδιάσει καθόλου κι έπρεπε να είναι πολύ προσεκτική με τον τρόπο που χρησιμοποιούσε τη γλώσσα, όχι την προφορά της, αλλά τη χρήση της γλώσσας αυτής καθαυτής. Το τελικό αποτέλεσμα προσέγγισης του ρόλου είναι εξαιρετικό. Η Σουίντον έχει πραγματικά μεταμορφωθεί σε μια Ρωσίδα που έγινε με τα χρόνια Ιταλίδα. Δούλεψε λεπτομέρειες στην κίνηση και τον «ιταλικό τρόπο» συνολικά και μεταμορφώθηκε πραγματικά σε Ιταλίδα … από τη Ρωσία. 
Γκουαντανίνο και Σουίντον γνωρίστηκαν 20 χρόνια πριν. Ο σκηνοθέτης την είχε ζητήσει για ένα ρόλο σε ταινία που ετοίμαζε κι εκείνη ποτέ δεν απάντησε, μέχρι που γνωρίστηκαν την επόμενη χρονιά στη Ρώμη και της θύμισε ποιος ήταν. Από τότε έγιναν φίλοι. Η Σουίντον σχολιάζει χαρακτηριστικά ότι η προετοιμασία της ταινίας τους πήρε 11 χρόνια, διότι μέσα σε αυτά γνωρίστηκαν καλά, έχτισαν τις σχέσεις μεταξύ τους και προχώρησαν στην ουσιαστική δημιουργία του io Sono l’ Amore. Όπως λέει η ίδια το 80% της προετοιμασίας μιας ταινίας μεγάλου μήκους ποτέ δεν πληρώνεται. Είναι όλο εκείνο το διάστημα με τις συζητήσεις, την έρευνα, τις ιδέες και την δημιουργία των σχέσεων όλων των εμπλεκόμενων μέχρι την ουσία, μέχρι να γίνουν μια οικογένεια. Η Τίλντα Σουίντον συνεχίζει λέγοντας ότι το καλό με τις φιλίες είναι ότι ο άλλος σου απαντάει εκεί που ρίχνεις διάφορες ιδέες και όνειρα κι αντί να τα φαντάζεσαι μόνος σου, πραγματικά σε ωθεί να τα κάνεις και στο τέλος γίνονται πραγματικότητα. Αυτή την μεγάλη αξία δίνει η Σουίντον στη φιλία της με τον Γκουαντανίνο. Έτσι κάνει και την παραγωγή της ταινίας μαζί με τον σκηνοθέτη και τέσσερις ακόμη συμπαραγωγούς.


Άλλες ταινίες του Λούκα Γκουαντανίνο είναι A Bigger Splash (2015), το ντοκιμαντέρ Bertolucci on Bertolucci  (2013). Ο Γκουντανίνο έχει κάνει πολλές ταινίες για οίκους υψηλής ραπτικής και από αυτό προέρχεται η ικανότητά του να αποδίδει την κομψότητα με τόση τέχνη. Μεταξύ ταινιών μεγάλου μήκους δημιουργεί ταινίες μικρού μήκους, ψάχνοντας τη φόρμα. Η τελευταία του ταινία μεγάλου μήκους θα λέγεται Suspiria και είναι remake της ομώνυμης ταινίας που γύρισε ο Ντάριο Αρζέντο το 1977. Πρόκειται να βγει στις αίθουσες το 2017.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου