Σάββατο, 16 Δεκεμβρίου 2017

Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού / The Killing of a Sacred Deer (2017) του Γιώργου Λάνθιμου

Φωτογραφία της Litsa Pappa.

"Αυτή η κρίσιμη στιγμή που και οι δύο ήξεραν ότι θα έρθει κάποια μέρα – είναι εδώ ..."

Ο Γιώργος Λάνθιμος  ,μαζί με την Αθηνά Τσαγγάρη , είναι υπεύθυνοι για την δημιουργία του κινηματογραφικού ρεύματος που ο κριτικός  Peter Bradshaw  ονόμασε “Greek Weird Wave ” με πρωτεϊκές ταινίες τον «Κυνόδοντα» και το “Attenbergαντίστοιχα. Κύρια  χαρακτηριστικά του είναι η κλινική ψυχρότητα, ο κυνισμός, τα αλληγορικά σενάρια , ο ερμηνευτικός μινιμαλισμός και ένας ακραίος αντι-νατουραλισμός.

Ο Λάνθιμος αναδύθηκε εντελώς αθόρυβα ξεκινώντας από τον χώρο της διαφήμισης και αφού συνυπέγραψε το φιλμ «Ο καλύτερός μου φίλος»(2001) με τον Λάκη Λαζόπουλο.

Η «Κινέτα» (2005)είναι ουσιαστικά η πρώτη μεγάλη μήκους ταινία του. Ερμητικά κλειστή,  μινιμαλιστικά στιλιζαρισμένη  ,εντελώς χειροποίητη , εστιάζει στους χαρακτήρες, στις σχέσεις τους και στην απεγνωσμένη προσπάθεια τους για ανθρώπινη επαφή.

Στον «Κυνόδοντα» (2009) ανατέμνει με κλινική ψυχρότητα την κυτταρική δομή μιας οικογένειας  και τα όρια που βάζουν οι γονείς, προκειμένου να εμποδίσουν τα παιδιά τους να φύγουν από την πατρική εστία  δημιουργώντας ένα ψεύτικο εκφοβιστικό περιβάλλον και ελέγχοντας τις ανάγκες τους.

Στις «Άλπεις» (Αlps / Alpis - 2011) μας συστήνει τα μέλη μιας ετερόκλητης ομάδας  που προσλαμβάνονται από συγγενείς και φίλους νεκρών για να αντικαταστήσουν αυτούς που χάθηκαν ,αλλά δεν πρέπει να εμπλέκονται συναισθηματικά με τους πελάτες της. Η ταινία είναι γριφώδης ,παγωμένη  και χωρίς χυμούς αδυνατώντας να εμπλέξει συναισθηματικά  και τον ίδιο τον θεατή. Απομένει μια έξυπνη συναρμολόγηση εντυπωσιακών πλάνων με διακριτικές στάλες χιούμορ και τρόμου.
Στον «Αστακό» (The Lobster) (2015) καταγγέλλει μέσα από ένα ειρωνικό παιχνίδι την απόλυτη ανικανότητά μας να αποδεχτούμε το διαφορετικό, δηλαδή εντέλει να επικοινωνήσουμε και να αγαπήσουμε αληθινά. Δημιουργεί έναν ολόκληρο κινηματογραφικό κόσμο, που πάει πέρα από το φανταστικό και που ουσιαστικά αποτελεί την εσωτερική εικόνα του εφιάλτη του σύγχρονου ανθρώπου.

Με την νέα αγγλόφωνη ταινία του «Ο Θάνατος του Ιερού Ελαφιού» ο Λάνθιμος συνεχίζει να εδραιώνει τη θέση του ανάμεσα στους πιο ενδιαφέροντες σύγχρονους κινηματογραφιστές και μαζί με τον σταθερό του συνεργάτη Ευθύμη Φιλίππου, υπογράφει μια σκοτεινή υπαρξιακή αλληγορία, για την οποία απέσπασε στις Κάννες το Βραβείο Σεναρίου.
Η ιστορία του φιλμ εμπνέεται από τον αρχαίο ελληνικό θρύλο του βασιλιά Αγαμέμνονα, ο οποίος σκότωσε τυχαία ένα ιερό ελάφι και διατάχθηκε να θυσιάσει την κόρη του ως τιμωρία.
Ο Steven (Colin Farrell) είναι ένας διαπρεπής καρδιοχειρουργός, παντρεμένος με την Anna (Nicole Kidman), μία καταξιωμένη οφθαλμίατρο. Είναι ευκατάστατοι και ζουν ευτυχισμένοι με τα δύο τους παιδιά, τη δεκατετράχρονη Kim (Raffey Cassidy) και τον δωδεκάχρονο Bob (Sunny Suljic). O Steven έχει αναπτύξει φιλική σχέση με τον Martin (Barry Keoghan), ένα δεκαεξάχρονο αγόρι, ορφανό από πατέρα, το οποίο μοιάζει να έχει υπό την προστασία του. Το ενδιαφέρον του χειρούργου για τον Martin  δεν φαίνεται να είναι σεξουαλικό, αν και η σεξουαλικότητα είναι παντού και πουθενά σε αυτή τη βαθιά παραβατική σχέση. Ωστόσο, είναι σαφές ότι πρόκειται για μια σχέση βασισμένη στην ενοχή. Ο Μάρτιν απαιτεί από αυτόν τον άνθρωπο μια απώλεια, μια θυσία , απειλώντας  ότι αν τα αιτήματά του δεν ικανοποιηθούν, θα γίνουν τρομερά υπερφυσικά πράγματα στην οικογένειά του.
Με τον «Θάνατο του Ιερού Ελαφιού» ο Λάνθιμας μας βυθίζει στους εφιάλτες του και μας δεσμεύει εκεί, με τον δικό του συναρπαστικό καθαρά κινηματογραφικό τρόπο. Η εμπειρία είναι εξαιρετικά  αγωνιώδης, αποκαλυπτική όσο και οδυνηρή.  Μας παγιδεύει σε έναν λαβύρινθο όπου  μας  αφήνει να αναλογιστούμε για τη φύση του ανθρώπου και την αξία της θυσίας. Ενορχηστρώνει μεγαλειώδεις και στυλιζαρισμένες λήψεις, με τα έγχορδα του Σούμπερτ και του Λιγκέτι να συνοδεύουν συχνά και απειλητικά τα φαινομενικά ήπια δρώμενα, προειδοποιώντας  για το τι θα επακολουθήσει. Ο τακτικός οπερατέρ του Λάνθιμου, Θύμιος Μπακατάκης , τονίζει την αίσθηση του φόβου, καθώς η αιθέρια κάμερα του παραμονεύει και έρπει  με μεγάλο βάθος πεδίου ,διασχίζοντας διάδρομους και δωμάτια με την αρθρωτή ακρίβεια του Stanley Kubrick. στην «Λάμψη». Η μαύρη κωμωδία εναλλάσσεται με το grand guignol  θυμίζοντας τα «Παράξενα παιχνίδια» του Michael Haneke  ενώ υπάρχει και η αντήχηση του «Θεωρήματος» του Παζολίνι, με την εισβολή ενός αγγέλου-εξολοθρευτή στην μεγαλοαστική οικογένεια. Η Νικόλ Κίντμαν και ο Κόλιν Φάρελ έχουν απόλυτη κατανόηση και προσαρμογή στον κώδικα του Λάνθιμου και μέσα από την παγερή ερμηνεία τους εκφράζουν την αρρώστια του σύγχρονου κόσμου που είναι η παντελής έλλειψη συναισθήματος και η άρνηση του πόνου.
Ο Peter Debruge γράφει για το Variety: «Στο χώρο των αλληγοριών ακραίας δυσφορίας, η συγκεκριμένη είναι αριστοτεχνικά ενορχηστρωμένη. Και αν αναγνωριστεί ως η τραγωδία που είναι, τότε μπορούμε να τραβήξουμε μια απευθείας γραμμή ανάμεσα στην ταινία -το πιο πρόσφατο και άμεσο παράδειγμα του λεγόμενου “Ελληνικού Weird Wave”- και την πολύ παλαιότερη δραματική παράδοση της Ελλάδας, όπου χαρακτήρες όπως ο Αγαμέμνων και η Μήδεια έρχονταν αντιμέτωποι με αποφάσεις που ήταν εξίσου δύσκολο να αντέξουν».
Ο Peter Bradshaw του Guardian συμπληρώνει: «Η ταινία τρόμου των ταμπού του Γιώργου Λάνθιμου κινείται με μια υπνοβατική βεβαιότητα στο ξεχωριστό φάσμα του παράδοξου. Πρόκειται για μια γοητευτική, ενοχλητική, διασκεδαστική μετατόπιση προς κάτι που θα μπορούσε να φαίνεται σαν ένα συμβατικό θρίλερ από τη δεκαετία του '70 ή του '80 ή και ακόμα ένα ψυχολογικό θρίλερ του στυλ της "Μοιραίας Σχέσης". Διαθέτει ένα έντονο ορχηστρικό θέμα, εφιαλτικές γωνίες λήψης τύπου fish-eye και ανθρώπους να περπατούν κατά μήκος διαδρόμων με τέτοιο τρόπο που κάνει την κίνηση προς τα εμπρός να μοιάζει με πτώση σε αργή κίνηση».

Αναμφίβολα  και οι θεατές θα έχουν τις δικές τους διαφορετικές αντιδράσεις σε αυτό εύγευστο και γοητευτικά σατανικό απόσταγμα κυνισμού . Το φάσμα τους  θα εκτείνεται από τον εντυπωσιασμό, το παραξένισμα , την  ανησυχία,  την σύγχυση ως την αποστροφή . Αυτό, πιθανότατα , θα έκανε τον Λάνθιμο να γελάει. Προκάλεσε ξανά μια μοναδική κινηματογραφική εμπειρία στους θεατές που θα τους απασχολεί για πολύ ,μετά από την προβολή της ταινίας. Ένα είναι βέβαιο. Ο Λάνθιμος δεν κάνει παραχωρήσεις στις  αισθητικές  επιλογές του και σίγουρα δεν είναι για όλα τα γούστα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου