Κυριακή, 7 Ιανουαρίου 2018

«Ο αυτοσαρκαζόμενος υπαρξιστής του σινεμά »: Μια προσέγγιση στη φιλμογραφία του Γούντι Άλεν

Σχετική εικόνα
«Δεν είναι που με τρομάζει ο θάνατος. Απλώς, δεν θα ήθελα να είμαι παρών όταν θα συμβεί »

Ο Γούντι Άλεν ξεκινά την πολύχρονη καριέρα του γράφοντας αστεία για κωμικούς της τηλεόρασης και σενάρια για ταινίες όπως το «Χαρέμι για δύο»(1965). Στην συνέχεια αποφασίζει να προστατεύσει το χιούμορ του σκηνοθετώντας τα σενάρια του και συχνά παίζοντας τον κύριο χαρακτήρα. Πρωτεϊκή του έμπνευση αποτελεί ο ισοπεδωτικός αναρχισμός των Marx Brothers μέχρι να ανακαλύψει τον Μπέργκμαν και την ψυχανάλυση. Με σημείο καμπής τον «Νευρικό Εραστή» (1977) ,ο μέχρι τότε αυτοσαρκαζόμενος γελωτοποιός με το πηγαίο κωμικό ταλέντο, εξελίσσεται σταδιακά σε έναν σημαντικό εκφραστή της οδύνης του σύγχρονου ανθρώπου.
Γυρίζει ανατρεπτικές κωμωδίες με κυρίαρχα στοιχεία τον αυτοσαρκασμό του, τους ατέλειωτους μονολόγους του που καυτηριάζουν τις σύγχρονες νευρώσεις του πολιτισμού, το ψάξιμο στην κινηματογραφική άρθρωση και την εξαιρετική χρήση κυρίως της τζαζ μουσικής στις ταινίες του. Ο ίδιος παίζει κλαρινέτο με μουσικά σύνολα τζαζ και η αγάπη και η γνώση του για το είδος έχουν δημιουργήσει ένα αληθινά καλλιτεχνικό πάντρεμα με τις εικόνες του.
Τα τελευταία χρόνια γράφει και γυρίζει και κλασικά δράματα, στηριγμένα στην αρχαιοελληνική τραγωδία, έχοντας κρατήσει τον ρόλο του κορυφαίου του χορού μέσα στη δράση. Γράφει ο ίδιος τα σενάρια και τις περισσότερες φορές πρωταγωνιστεί στις ταινίες του, έχοντας αυθεντικό ταλέντο κωμικού ηθοποιού. Είναι πολυγραφότατος και υπάρχουν χρονιές που γυρίζει δύο και τρεις ταινίες. Από την κωμωδία στο δράμα καλύπτει ολόκληρη τη γκάμα με την ίδια ευχέρεια.
Βέβαια ο  Άλεν δεν είναι μείζων δημιουργός με πρωτογενή πυρήνα. Ούτε Φορντ και Ντράγιερ, ούτε Μπέργκμαν και Φελίνι. Είναι, όμως, υπερευαίσθητος δέκτης, υπαρξιακός, δεινός χιουμορίστας, πανέξυπνος σχολιαστής του εαυτού του και του κόσμου. Τον δυναστεύουν  η νευρωτική ανασφάλεια, ο ανικανοποίητος πόθος, η φοβία της επικοινωνίας και της επιτυχίας, η υπαρξιακή αγωνία για το γέρασμα, η αμαρτία και ο τελικός σκοπός της ζωής. Όλα μετασχηματισμένα σε ευφρόσυνη κωμωδία, σε πυροτεχνήματα λόγου και σε δηκτικές-απρόβλεπτες καταστάσεις.
Το σκηνοθετικό ντεμπούτο του υπήρξε η γκανγκστερική παρωδία «Πάρε τα λεφτά και τρέχα»(1969)  στημένη σαν ντοκιμαντέρ, με συνεντεύξεις και σκηνές τεκμηρίωσης με flash back.. Ακολούθησαν οι «Μπανάνες» του 1971 και το σπονδυλωτό «Τα πάντα γύρω από το σεξ». Πρωταγωνίστησε στη συνέχεια στο «Ωραίος και Σέξι» του Herbert Ross, το 1972 και επέστρεψε στην καρέκλα του σκηνοθέτη με την φουτουριστική κωμωδία του 1973 «Ο Υπναράς» . Ενώ παραμένει εξωφρενικό όπως τα προηγούμενα έργα του, η κωμωδία  εποχής του 1975  «Ο Ειρηνοποιός» σηματοδότησε την επιθυμία του να καθιερωθεί  ως αξιοσέβαστος δημιουργός.
Η βραβευμένη  «Ο Νευρικός Εραστής»  του 1977, γλυκόπικρη και βαθιά υπαρξιακή, δημιούργησε ένα νέο είδος ψυχαναλυτικής κωμωδίας , με πειραματική.  μη γραμμική αφήγηση .που αποτέλεσε μέγιστο καλλιτεχνικό και  εμπορικό θρίαμβο.
Τότε ο Άλεν απομακρύνθηκε εντελώς από το χιούμορ με τις «Εσωτερικές σχέσεις» του 1978, την  πρώτη αμιγώς δραματική ταινία του που αποκάλυψε μεγαλειωδώς και όλες τις μπεργκμανικές επιρροές του . Η πιο ατμοσφαιρική ταινία του, που εκφράζει την αγάπη του για την πόλη της Νέας Υόρκης, είναι το «Μανχάταν» του 1979, όπου η κωμική και η μπεργκμανική  συνιστώσα του συναντήθηκαν  στα μισά του δρόμου. Μια αυτοβιογραφική ωδή στην αγαπημένη του  Νέα Υόρκη λουσμένη  στη μουσική του George Gershwin ,  φωτεινά σκηνοθετημένη σε ασπρόμαυρο, χαιρετίστηκε ευρέως ως αριστούργημα και παραμένει ένα από τα κλασσικά του έργα. Οι «Ζωντανές αναμνήσεις »του 1980, θυμίζουν το «8 ½» του Fellini απεικονίζοντας ένα σκηνοθέτη που κατέρρευσε ανάμεσα στην επιθυμία του κοινού για κωμωδία και τις δικές του φιλοδοξίες προς ένα πιο πολυεδρικό έργο. Ο Bergman ήταν και πάλι η έμπνευση πίσω από τη «Σεξοκωμωδία θερινής νύχτας» του 1982 και ακολούθησε το “Zelig” του 1983, ένα τεχνικό “tour de force” που συνδυάζει νέο υλικό με την vintage αισθητική.
Μετά την κωμωδία του “Broadway Danny Rose” του 1984, παρουσίασε το «Πορφυρό Ρόδο του Καΐρου» (1985), ένα αφιέρωμα στη ταινία-ορόσημο του Buster Keaton “Sherlock, Jr”. Με την λαμπρή «Χάνα και οι αδελφές της» της επόμενης χρονιάς ο Allen αναμετρήθηκε με τον Τσέχωφ και βραβεύτηκε για το καλύτερο πρωτότυπο σενάριο δοκιμάζοντας παράλληλα με την κάμερα στο χέρι την αισθητική του «Δόγματος». Το 1987  ήταν η σειρά του γλυκά νοσταλγικού «Μέρες ραδιοφώνου» , αλλά ακολούθησε μια άλλη Μπεργκμανική φάση με τα δράματα του 1988 – «Σεπτέμβριος» και «Μια άλλη γυναίκα» - τα οποία αντιμετωπίστηκαν ψυχρά από κοινό ή κριτικούς. Οι «Απιστίες και Αμαρτίες»(1989), από την άλλη πλευρά, έκλεισαν τη δεκαετία σε ένα υψηλό επίπεδο, με τρεις υποψηφιότητες για τα βραβεία Όσκαρ. Στη δεκαετία του 1990, ο Allen συνέχισε την δημιουργική του πορεία  δουλεύοντας με περιορισμένους προϋπολογισμούς, με το προσωπικό του στυλ ,ανεξάρτητα από τις τρέχουσες τάσεις, διατηρώντας ένα σταθερό και αξιόπιστο ακροατήριο. Τόσο η «Alice» του 1990 όσο και η «Σκιές και Ομίχλη» του 1992 ήταν αναιμικές δημιουργίες , αλλά ξαναβρήκε τη φόρμα του με τα «Παντρεμένα Ζευγάρια», ένα βιωματικό cinéma vérité με θέμα ένα καταρρέοντα γάμο. Το 1993 προσκάλεσε την παλιά του μούσα Diane Keaton για το «Μυστηριώδεις φόνοι στο Μανχάταν» ενώ την επόμενη χρονιά , ξανακέρδισε την εύνοια των κριτικών με την κωμωδία εποχής «Σφαίρες πάνω από το Μπρόντγουεϊ», η οποία συγκέντρωσε επτά υποψηφιότητες για Όσκαρ. Το 1995 είναι η σειρά της «Ακαταμάχητης Αφροδίτης» μια σπαρταριστής ,προκλητικής ,ερωτικά φορτισμένης κωμωδίας ενώ το 1996, ο Allen σκηνοθέτησε την πρώτη του μουσική κωμωδία, «Όλοι λένε σ'αγαπώ» . Στον πυρήνα του φιλμ πάλλεται η αίσθηση του χρόνου, το εφήμερο και μαζί το αιώνιο, μια γνήσια ευφροσύνη, ακριβώς γιατί συνδέεται με την ατελή, παροδική ανθρώπινη ύπαρξή μας. Αντίδοτο, η αγάπη κι ένα μπουκέτο τραγούδια.
Ωστόσο, στο «Διαλύοντας τον Χάρυ (1997)» τα σατιρικά βέλη του είναι οξύτερα από κάθε άλλη φορά, με μια ωριμότητα που αίρεται σε πανανθρώπινο επίπεδο .Στις «Διασημότητες» του 1998 ζωγραφίζει σε αποχρώσεις του γκρι το απατηλό  κυνήγι της επιτυχίας. Χρήμα, διασημότητα, έρωτες..0 κυνισμός αντανακλά ευθέως αυτή την τεράστια σαπουνόφουσκα της κοινωνίας της επιτυχίας και του θεάματος.
Ξεφεύγοντας από τον  απαισιόδοξο τόνο των δυο τελευταίων ταινιών του, ο Άλεν κυκλοφόρησε μια σειρά ταινιών με ανοιχτόχρωμο ύφος, ξεκινώντας από το φημισμένο «Συμφωνίες και Ασυμφωνίες» το 1999, μια ψευτο-ντοκυμαντερίστικη βιογραφία που για πολλοστή  μιλά για την αντίφαση ανάμεσα στην αυθεντικότητα της δημιουργίας και το επίπλαστο της προσωπικής ζωής του καλλιτέχνη. Το 2000, οι «Μικροαπατεώνες», μια καθαρόαιμη κωμωδία που θυμίζει το «Born Yesterday» και «I Soliti Ignoti», κατάφεραν μια υγιή πορεία στο box office και αξιοπρεπείς κριτικές.
Με την « Κατάρα του Πράσινου Σκορπιού» του (2001) ο Αλλεν στρέφεται στη Νέα Υόρκη της δεκαετίας του '40, συνδυάζοντας το χιούμορ με την αστυνομική ίντριγκα για να φτιάξει μία από τις πιο απολαυστικές κωμωδίες του, αφιέρωμα στο φιλμ νουάρ και τους ήρωές του. Το 2002 επιστρέφει με το «Παίζοντας στα τυφλά» μια από τις πιο απολαυστικές κωμωδίες του, στο ρόλο ενός σκηνοθέτη που, παρά τη ψυχοσωματική του τύφλωση, αναλαμβάνει να σκηνοθετήσει μια ταινία στο Χόλιγουντ.
Στο «Έρωτας και τίποτα άλλο (2003)» συγκεντρώνονται τα σταθερά συστατικά του έργου του: το Μανχάταν, ο θάνατος, ο αντισημιτισμός και οι γυναίκες.
Με το «Mελίντα και Mελίντα (2004)» συνέχισε την τάση του για δραματικές κωμωδίες στηρίζοντας την θεωρία ότι η ζωή είναι κωμωδία ή τραγωδία ανάλογα με την οπτική του καθενός.
Το 2005 μετέφερε το σκηνικό της δουλειάς του στη Βρετανία και παρέδωσε το “Match Point”, ένα από τα αριστουργήματα του. Με πρωταγωνιστές τους Scarlett Johansson και Jonathan Rhys Meyers, το φιλμ έχει επιρροές από Ντοστογιέφσκι , αλλά λίγοι παρατήρησαν πόσο  έντονα θυμίζει το κλασικό «Μια θέση στον ήλιο(1951)» του Τζορτζ Στίβενς. Ελπίζοντας ίσως ότι θα μπορούσε να είναι η τυχερή νέα μούσα του, ο σκηνοθέτης έβαλε ξανά την Γιόχανσον στην απλά συμπαθητική κωμωδία «Scoop» του  2006  και συνέχισε να εξερευνά τις σκοτεινές γωνίες της άλλης πλευράς του Ατλαντικού με το  «Όνειρο της Κασσάνδρας» του 2007 ,ένα ακόμη κλασικό δράμα  στηριγμένο στην αρχαία Ελληνική τραγωδία,  σχολιάζοντας συγκλονιστικά την σύγχρονη διάλυση της ανθρώπινης συνείδησης
Η  νέα δημιουργική τάση του  Allen να κινηματογραφεί έξω από τις ΗΠΑ , όπως η γήινη ισπανική ρομαντική κωμωδία “Vicky Cristina Barcelona” (2008)  , το «Μεσάνυχτα στο Παρίσι (2011) », εκτυφλωτική και υπερφίαλη  συστροφή στο χρόνο με θέμα την αγάπη του για την ευρωπαϊκή τέχνη και πολιτισμό και «Στη Ρώμη με Αγάπη(2012)» επηρεασμένο από την ιταλικό κωμικό στυλ του Μπενίνι.
Το 2009 δημιούργησε το κυνικό και κωμικά ευφυές «Κι αν σου Κάτσει;» στο οποίο ένας μισογύνης Θεωρητικός Φυσικός αρχίζει να βλέπει τη ζωή πιο ανθρώπινα, χάρη στη σχέση του με μια νεαρή κοπέλα και το 2010 το εμπνευσμένο, αστείο κι ευαίσθητο «Θα συναντήσεις έναν ψηλό μελαχρινό άντρα», γύρω από τους έρωτες των παντρεμένων και τη διάψευσή τους και τις ματαιώσεις των προσδοκιών της ζωής .
Με τη «Θλιμμένη Τζάσμιν (2013)», δημιουργεί ένα κλασικό δράμα πάνω στο δίλημμα με το οποίο είναι σήμερα αντιμέτωπος ο άνθρωπος: να διαλέξει το χρήμα και το βόλεμά του ή την αλήθεια του και τα πραγματικά του συναισθήματα.
Στην «Μαγεία στο Σεληνόφως» του 2014 ένας ανάλαφρος και ρομαντικός Γούντι Άλεν,  επαναλαμβάνει χαριτωμένα τον εαυτό του επικαλούμενος ξανά τον κόσμο της μαγείας .
Ο  «Παράλογος άνθρωπος» του 2015 εμπνευσμένο από το ντοστογιεφσκικό «Έγκλημα και τιμωρία» ανακυκλώνει έξοχα τα ίδια φιλοσοφικά και υπαρξιακά ερωτήματα του Άλλεν.
Το ήσσονος αξίας Café Society” του  2016 είναι μια νοσταλγική και στιλάτη δραματική κωμωδία με φόντο την απατηλή λάμψη του αμερικανικού ονείρου.
Στην τελευταία, μέχρι σήμερα , δημιουργία του «Wonder Wheel (2017) συνδυάζοντας τις δύο μεγάλες του αγάπες του - τη Νέα Υόρκη και το αμερικανικό θέατρο -επιστρέφει στο Coney Island        ( μετά την “Annie Hall’’),για να αφηγηθεί μια ιστορία ρομαντικής προδοσίας πλημμυρισμένη στα υπέροχα χρώματα του θρυλικού διευθυντή φωτογραφίας Βιτόριο Στοράρο ,στην δεύτερη συνεργασία τους μετά το Café Society”.
Με το ογκώδες και πολυσήμαντο έργο του ο Άλλεν καθιερώθηκε ως κορυφαίος κωμικός δημιουργός  και ένας από τους αληθινούς καλλιτέχνες της αμερικανικής κινηματογραφίας, γράφοντας και σκηνοθετώντας  με  πρωτοποριακά  χαρακτηριστικά που έσπασαν τις καθιερωμένες αφηγηματικές συμβάσεις και έδωσαν νέα πνοή  στην κινηματογραφική κωμωδία με πρωτοφανή ουσία και βάθος. Τα σατιρικά του βέλη διαθέτουν απίστευτη διεισδυτικότητα και οξύτητα  ,το πικρότατο χιούμορ του έχει πανανθρώπινη απήχηση .Στις  ΗΠΑ είναι λιγότερο κατανοητός και δημοφιλής σε σχέση με την Ευρώπη και ιδιαίτερα την Γαλλία. Και όταν σε πιο ελαφρό, αλλά καίριο τόνο, του καταλογίζουν ότι ζει με «μηδενισμό, κυνισμό, σαρκασμό και οργασμό», απαντά «θα μπορούσα να είμαι υποψήφιος σε εκλογές, μ’ αυτό το σλόγκαν», «και στη Γαλλία θα μπορούσα να εκλεγώ».
Χαριτολογώντας θα λέγαμε ότι η κινηματογραφική του υπερπαραγωγικότητα μπορεί να ερμηνευτεί από μια από τις πολλές αυτοσαρκαστικά εξομολογητικές ατάκες του: «Πρέπει να γυρίσω γρήγορα πίσω, πριν πάρουν είδηση ότι δεν με έχουν ανάγκη.»

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου